Αναγνώστες

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Στο παιδί της Κατοχής

Μικρό Ελληνόπουλο,
τρυφερό πλασματάκι,
ποιοι σου στέρησαν άραγε
τη χαρά, το ψωμάκι;


Στο χλωμό και ισχνό
προσωπάκι σου,
το γιατί και το πείσμα,
η αγωνία να ζήσεις,
ο αγώνας κι η ελπίδα,
αδρά ζωγραφίζονται.


Της πατρίδας μας,
άνομοι άρπαγες,
της χαράς των παιδιών μας οι κλέφτες,
κι αν στην πείνα μας ρίξατε,
κι αν με πόνο και θλίψη
μια γενιά βασανίσατε,
την ψυχή μας ατσάλινη και ανδρεία την χτίσατε!!.

Η υποθήκη του '40

Παλικάρι, η πατρίδα σε φώναξε.
"Μάνα, έρχομαι!" αποκρίθηκες
κι έφυγες κιόλας στο μέτωπο.
Βρήκες πάγους και χιόνια,
μέρες δύσκολες!
Σου 'κόψαν τα πόδια!
Κι όμως ...νίκησες!

Πριν προλάβεις,
στη γλυκιά φαμελιά
που σε πρόσμενε,
νικητής να γυρίσεις,
ήρθαν κι άλλοι εχθροί
πιο τρανοί, πιο περήφανοι,
και σου 'κλέψαν τη νίκη.

Στέκεις τώρα
μπροστά τους χωλός...,
προδομένος κι ανήμπορος,
με την πίκρα στα χείλη.
Τι θα πεις στα παιδιά σου
στη γυναίκα, στη μάνα σου;
Μαύρη αγκαλιά έχουν οι έρμες
για σένα ανοίξει.

"Τις πληγές μου θα δείξω.
Εγώ, σκλάβος ένδοξος,
δούλος ελεύθερος.
Δικαιούμαι, νομίζω,
δυνατά να φωνάξω,
να μ' ακούσουν καλά
οι επερχόμενοι:

"Την Πατρίδα μου αγάπησα.
Δίχως δεύτερη σκέψη
την υγειά μου, τα νιάτα μου,
το κορμί μου της χάρισα.
Κάτι λίγο,θα πω,
κάτι λίγο κι εσείς,
θυσιάστε για Εκείνην".

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Μαρίες Μυροφόρες - Μνήμες Μακεδονικού Αγώνα

Στην πλατεία του χωριού Καρυδιά - πρώην Τέχοβο - δυτικά της Έδεσας σώζεται μια καρυδιά που τιμάται ως μνημείο υπέρ πατρίδος πεσόντων αγωνιστών. Είναι το δέντρο που τον Ιούνιο του 1907 κρέμασαν οι κομιτατζήδες Βούλγαροι τον Καπετάν Άγρα και το Ναουσαίο Αντώνη Μίγκα. Γράφω εν συντομία την ιστορία τους και κυρίως το τέλος τους.
Ο Τέλλος Άγρας ήταν γιος εύπορης οικογένειας και το μέλλον του ως αριστούχου της Σχολής Ευελπίδων διαγραφόταν λαμπρό. Εκείνος όμως ήρθε κρυφά στην Μακεδονία κι αγωνίστηκε για αρκετόν καιρό στην περιοχή του Βάλτου. Η εκεί φοβερά δύσκολη διαβίωση κλόνισε την υγεία του και τον ανάγκασε να μεταθέσει τον εναντίον των Βουλγάρων αγώνα του στη Νάουσα, όπου συνδέθηκε με τον εξαίρετο πατριώτη Αντώνη Μίγκα. Ο προσωπικός τους ορκισμένος εχθρός ήταν ο Γιοβάν Ζλατάν.
Αυτός ύπουλα φερόμενος κάλεσε τον καπετάν Άγρα και τον Μίγκα σε μυστική συνάντηση προφασιζόμενος αγαθές διαθέσεις για λήξη της μεταξύ τους εχθρότητας. Έστησε έτσι ενέδρα στα δυο λαμπρά και αγνά παλικάρια τα οποία και αιχμαλώτισε στην τοποθεσία Ρακόβραχο του Βερμίου. Επί τρεις ημέρες ο αρχισυμμορίτης και οι κομιτατζήδες του τους έβριζαν και τους χτυπούσαν και τους περιέφεραν στα χωριά της περιοχής από το Βέρμιο ως το Καϊμακτσαλάν ως τρόπαια και λάφυρα νίκης.
Την τρίτη ημέρα ακούστηκε ότι έρχονται τα παλικάρια του Καπετάν-Άγρα να ελευθερώσουν τον αρχηγό τους. Τρομοκρατημένοι οι κομιτατζήδες κρέμασαν τους δυο εθνομάρτυρες σε μια καρυδιά στο ομώνυμο χωριό. Διέταξαν μάλιστα τους κατοίκους του χωριού να μην πλησιάσουν τα κρεμασμένα σώματα και να μη διανοηθούν να τα θάψουν. Τα ήθελαν να μείνουν κρεμασμένα, τρανές αποδείξεις της θηριωδίας και της ατιμίας τους. Ο φόβος έκλεισε τους ταλαίπωρους ανθρώπους στα σπίτια τους.
Να όμως που επαναλαμβάνεται η τραγική και μεγαλειώδης πράξη της ηρωίδας του Σοφοκλή Αντιγόνης, ή ίσως ξαναζούν οι Μυροφόρες του Χριστού. Τρεις γύναίκες του χωριού, κι οι τρεις Μαρίες, αναλαμβάνουν το φρικιαστικό αλλά και ιερό και μεγαλειώδες έργο του ενταφιασμού των δυο νεκρών ηρώων. Αγνοούν τις οργισμένες φοβέρες των δολοφόνων Βουλγάρων και νύχτα με κίνδυνο της ζωής τους καταπιάνονται με το ξεκρέμασμα, τον καθαρισμό, τον νεκροστολισμό και την ταφή τους. Ο καπετάν Σταφίδας τις βοηθάει να μεταφέρουν τους νεκρούς στο γειτονικό χωριό Βλάδοβο όπου και τους ενταφιάζουν στον περίβολο του ναού του Αγίου Δημητρίου.
Σιωπηλός και ιδιόμορφος ο Μακεδονικός αγώνας, χωρίς ένδοξες και περιφανείς νίκες. Ανέδειξε όμως, όσο κανένας άλλος πόλεμος, και μας άφησε ανεκτίμητο θησαυρό: την πάγκαλη ελληνική ψυχή των γνωστών και αγνώστων αγωνιστών του.
Ας είναι αιωνία τους η μνήμη κι ελαφρό το χώμα της μακεδονικής γης που ελεύθερη τώρα τους σκεπάζει!

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Θέλησε, μπόρεσε, προχώρησε...

Ο καρκίνος τη χτύπησε στα 50 της χρόνια αφού είχε μεγαλώσει και σπουδάσει τα δυο της παιδιά πάντα στο πλευρό του αγαπημένου της συζύγου. Μετά το πρώτο σοκ της ανακάλυψης και αποδοχής αυτού του παντελώς ανεπιθύμητου επισκέπτη εφάρμοσε την τακτική του αντιπερισπασμού. "Με πολεμάς στο σώμα, εγώ θα σε πολεμήσω με το πνεύμα και με την ψυχή μου".
Νέα είχε στερηθεί για λόγους οικονομικούς και πολιτιστικούς το πολύτιμο αγαθό της μόρφωσης. Είχε τελειώσει μόνο το γυμνάσιο. Τώρα μ' έναν άσχημο καρκίνο διεγνωσμένο ξεκινά τις σπουδές της σε νυχτερινό λύκειο. Παράλληλα με τις χημειοθεραπείες και τις συχνές αδιαθεσίες και τις ατελείωτες ιατρικές εξετάσεις παρακολουθεί τα μαθήματα, μελετάει, γίνεται πρότυπο συνεπούς και επιμελούς μαθήτριας και τον Ιούνιο του 2009 απολύεται με 18,2. Σήμερα ετοιμάζεται για το Πανεπιστήμιο. Κάνει το νεανικό της όνειρό πραγματικότητα. Την έχει συνεπάρει ο ενθουσιασμός που χαρίζει η πρόοδος, η επιτυχία του στόχου, η αφοσίωση σε κάτι που ανοίγει ορίζοντες και βαθαίνει και πλουτίζει την ύπαρξη.
Ο καρκίνος έχει προχωρήσει στους πνεύμονες. Η πρόγνωση δεν είναι καλή. Μα η ηρωίδα μας είναι ευτυχισμένη. Η οικογένειά της την χαίρεται. Είναι μια αγωνίστρια και νικήτρια της ζωής κι ένα άριστο παράδειγμα για όλους μας.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Μεγάλα ελάχιστα ή μέγιστα μικρά

Σήμερα όλοι μιλούν για πολιτικά. Κρίνουν και ζυγίζουν το αποτέλεσμα. Προλέγουν τα μέλλοντα εν Ελλάδι συμβήναι και τα τοιαύτα. Εγώ θα είμαι λίγο άσχετη, λίγο εκτός τόπου και χρόνου.
"Είναι Πέμπτη πρωί. Έχω ξυπνήσει πολύ πρωί, όπως είναι το καθημερινό μου πρόγραμμα, για να προλάβω μαγειρέματα, πλυσίματα, απλώματα, συμμαζέματα, πριν φύγω στις 7.20 για το σχολείο. Τελευταία πράξη αυτού του καθημερινού πρωινού κυνηγητού είναι να μαζέψω τα οικιακά μας απορρίμματα και να τα πετάξω τρέχοντας με το κουτσό μου πόδι στον κάδο που απέχει περί τα ογδόντα μέτρα από την αυλόπορτά μας. Η κόρη μου με περιμένει ήδη στο αυτοκίνητο και ξέρω ότι αδημονεί, γι' αυτό έχω αρκετά αγχωθεί. Την ώρα που διαβαίνω την αυλόπορτα περνά το απορριμματοφόρο για να πάει στην επόμενη "στάση" κάδων. Χωρίς να κάνω κάποιο νόημα ο εργάτης της καθαριότητος κατεβαίνει, έρχεται προς το μέρος μου και μου λέει: "Καλημέρα, κυρία, δώστε τά μου" και μου παίρνει κυριολεκτικά από τα χέρια τις δυο σακκούλες. Εντυπωσιάστηκα. Συγκινήθηκα. "Σ' ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου" του λέω "να ξέρεις είναι πολύ σπουδαίο αυτό που έκανες". Με κοίταζε γελώντας. Το πρόσωπό του έλαμψε κι ας ήταν αξύριστο και ταλαιπωρημένο από την άχαρη δουλειά του".
Η Πέμπτη κύλησε ανάλαφρα και χαρούμενα. Για πολλές ώρες με διακατείχε ευφορία και αισιοδοξία.
Αύριο θα επιδιώξω να βγω την ίδια ώρα για να πω μια θερμή "καλημέρα" στον άγνωστό μου ..."μέγιστο".
Πόσο απλή είναι η χαρά! Πόσο όμορφο θα είναι να την ξαναβάλουμε στη ζωή μας!