Αναγνώστες

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Τα δώρα του Θεού

O Νίκος είχε να νοιαστεί για δεκατρείς ψυχές κι ο εαυτός του δεκατέσσερις. Πάλευε να τα φέρει βόλτα μ΄έναν μισθό ιδωτικού υπαλλήλου. Είχε ξεκινήσει τη ζωή του φτωχή και στερημένη σ' ένα χωριό του νομού Σερρών. Για μια καλύτερη τύχη κατέβηκε στην Αθήνα. Βρήκε δουλειά σε μια εταιρεία. Γνώρισε και την Ελένη, μια ευλογημένη ταπεινή χαριτωμένη ψυχούλα. Φτιάξαν οικογένεια. Πιστεύοντας κι οι δυο πως η ζωή τους είναι ασφαλισμένη στου Θεού τα χέρια είπαν, πως όσα παιδιά έρθουν θα είναι καλοδεχούμενα, θα είναι δώρα του Θεού κι Εκείνος θα βοηθήσει στο μεγάλωμά τους. Το πίστευαν  και το ζούσαν. Σαν παραμύθι η ζωή τους. Εκεί που όλα σώνονταν και καραδοκούσε η πενία και η ένδεια, ερχόταν το ένα θαύμα πίσω από το άλλο.
Όλη η ζωή τους ένα θαύμα! Αλλά δυο περιστατικά, δεν μπορώ, θα τα γράψω, να τ΄ακούσουν όλοι, να στηριχθούμε όλοι. Γιατί ο Θεός είναι πλούσιος κι αν θέλει, μάλλον αν εμείς θέλουμε, θα μας πνίξει στις δωρεές Του.
Ο Νίκος επισκεπτόταν τακτικά το Σύλλογο Πολυτέκνων. Όλοι εκεί τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν. Δεν ζούσε για τον εαυτό του, ούτε καν μόνο για την οικογένειά του. Είχε έγνοια για τα προβλήματα όλων των πολυτέκνων κι έτρεχε να βοηθήσει όπου μπορούσε. Εκείνη την μέρα-την ευλογημένη- χτύπησε την πόρτα του προέδρου. Άκουσε ένα βιαστικό "Έλα!" και μπήκε. Ο πρόεδρος, μόλις τον είδε, πριν από την καλημέρα, φώναξε με ενθουσιασμό μιλώντας σε κάποια κυρία που καθόταν απέναντί του: "Νάτος! Αυτόν ζητάτε!". Τι είχε συμβεί; Η κ.Βέρα, μια πλούσια και καλοσυνάτη άτεκνη κυρία, είχε πάει στον σύλλογο πολυτέκνων με την απόφαση να βρει κάποιον πολύτεκνο αξιοπρεπή και έντιμο πατέρα και να του χαρίσει ένα από τα οικόπεδά της για να φτιάξει ένα σπίτι να στεγάσει την οικογένειά του. Μόλις είχε ανακοινώσει την πρόθεσή της στον πρόεδριο κι εκείνος άνοιγε τους καταλόγους του... Μα ο Θεός του έστειλε μπροστά του τον Νίκο! Δεν υπήρχε πιο ταιριαστή επιλογή. Σε λίγες μέρες ένα μεγάλο οικόπεδο στην Πεντέλη περιήλθε στην κυριότητα του Νίκου!
Ο καιρός περνούσε...Το οικόπεδο περίμενε. Ούτε λόγος για χτίσιμο! Τα χρήματα του Νίκου έφθαναν και δεν έφθαναν για τον επιούσιο άρτο, αλλά η καρδιά γεμάτη φλόγα κι αγάπη. Έτρεχε και στο προνοιακό έργο. Έτυχε να συνεργαστεί με μια πολύ άξια γυναίκα που στα νιάτα της ήταν άριστη μοδίστρα υψηλής ραπτικής. Τώρα που στάματησε να δουλεύει η κυρία αυτή, ας την πούμε Μαρία, έβρισκε παλιά ρούχα, τα ανακαίνιζε με το εξαιρετικό ταλέντο της και τα μοίραζε σε πτωχές οικογένειες. Σ' αυτή τη διανομή την βοηθούσε ο Νίκος. Γνωρίστηκαν. Η Μαρία εκτίμησε βαθύτατα τον Νίκο, τον αγώνα του, την πίστη του, την ανιδιοτέλειά του. Γνώρισε και τη γυναίκα του και τα παιδιά του που ήταν το ένα πιο εκλεκτό από το άλλο. Κάποια μέρα του ζήτησε να πάνε μαζί στην τράπεζα. "Θέλω να με βοηθήσεις", του λέει. Ολοπρόθυμος ο Νίκος πήγε μαζί της νομίζοντας πως θα την εξυπηρετήσει σε κάποιο φιλανθρωπικό της έργο. Η κυρία Μαρία, η οποία χωρίς πολλές οικογενειακές υποχρεώσεις είχε περάσει τη ζωή της σκληρά εργαζόμενη, είχε στην άκρη ένα αξιοσέβαστο χρηματικό ποσό. Χωρίς πολλές κουβέντες ζήτησε από τον υπάλληλο της τράπεζας να ανοίξει ένα βιβλιάριο στο όνομα του Νίκου και να μεταβιβάσει σ' αυτό από τον λογαριασμό της το ποσόν των 20.000.000 δραχμών!!! (πριν από καμιά εικοσιπενταριά χρόνια ήταν πολύ μεγάλο). Σε λίγους μήνες χτίστηκε το σπίτι στην Πεντέλη.
Το σπίτι-δώρο του Θεού σ΄έναν άνθρωπο του Θεού!!!
Το σπίτι ήταν και είναι μια εστία αγάπης για τα δώδεκα παιδιά, τους γαμπρούς και τις νύφες και τα σαράντα ένα εγγόνια του Νίκου, αλλά και για κάθε τυχερό άνθρωπο που χτυπά την πόρτα τους και έρχεται σε γνωριμία και σχέση μαζί τους. Κι οι ευλογίες του Θεού ατέλειωτες κι ολοφάνερες πλημμυρίζουν τη ζωή τους...

Αν πιστεύαμε αληθινά...
Αν αγαπούσαμε αληθινά...
Θα ζούσαμε ξέγνοιαστοι, ειρηνικοί, γεμάτοι
σαν τα πουλάκια του Θεού
και σαν τα κρίνα του αγρού...

*Η ιστορία είναι αληθινή, τα ονόματα τυχαία, η φωτογραφία άσχετη...

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

η Μαρία, το μονάζον στρουθίον


26 Ιουλίου 2012
Η ημερομηνία, πέραν της μνήμης της Αγίας Παρασκευής, 
σηματοδοτείται πλέον και από την ημέρα που ψάλαμε την εξόδιο ακολουθία 
για τη φίλη Μαρία.

«Οι φίλες μου, αχ οι φίλες μου είναι ο,τι πιο σημαντικό έχω!
Η Χ.Φ.Ε., αχ η Χ.Φ.Ε.!είναι για μένα, τα κορίτσια της,
τα ωραία χρόνια που περάσαμε…
Είσαι το αγχολυτικό μου, η σαντιγύ μου, η πάστα φλόρα μου!!!».
 Πάντα της άρεσαν τα γλυκά.
Σημάδεψε τη ζωή μας με τον τρόπο και την ενόχληση 
ενός σπουργιτιού.
 Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος.
 Μοναχική ζωή, χωρίς πολλές μετακινήσεις.
Εγκεφαλική, πνευματική.
Να γράφει, να διαβάζει, να τραγουδά ή να προσεύχεται.
Κι όλα αυτά μ’ ένα άγχος, ένα διαρκές άγχος,
που της δυσκόλευε τον ύπνο.
«Είσαι ευτυχισμένη που κοιμάσαι χωρίς φάρμακα.
Αχ! να μου έδινες λίγο από τον ύπνο σου».
Τίποτα δεν της έδωσα, εκτός απ’ το χρόνο και την αγάπη μου.
Κι ένιωθα πάντα γεμάτη και πολλές φορές προβληματισμένη
μετά από κάθε τηλεφώνημά της.
Νόμιζε ότι την παρηγορούσαμε,
αλλά ένας τόσο γεμάτος και προικισμένος άνθρωπος 
έχει και λόγο παρηγορίας και λόγο οικοδομής.
Αλλά και ιδέες. Ατέλειωτες δημιουργικές ιδέες.
Μηχανή παραγωγής ιδεών θα την χαρακτήριζα.
Κάποτε κούραζε με τα επίμονα τηλεφωνήματά της,
την ανάγκη της για επικοινωνία,
τις εμμονές της, τις φοβίες της,
όλα απότοκα της ασθένειας που ούτε η ίδια,
ούτε το στενό οικογενειακό περιβάλλον κατανόησε ή αποδέχθηκε.
Κι όμως όταν αργούσε να τηλεφωνήσει μας έτρωγε η ανησυχία,
κάτι έλειπε. Σύνθετο, άριστο μυαλό, μνήμη και φαντασίωση.
Η Μαρία δεν είναι πια κοντά μας, τουλάχιστον σωματικά.
Η μνήμη της θα μας συντροφεύει πάντα.
΄Εφυγε για το μεγάλο ταξίδι ανήμερα της κοιμήσεως της Αγίας Αννης. 
Ούτε να το σχεδίαζε, τόσο η ζωή της ήταν συνυφασμένη 
με τη λειτουργική ζωή της εκκλησίας.
΄Εφυγε γρήγορα και ξαφνικά, χωρίς να τη χαιρετήσουμε,
διακριτικά, χωρίς να κουράσει, μέσα στον καλοκαιρινό καύσωνα,
που δεν άντεχε.
Ήθελε βουνά, όχι θάλασσες που προκαλούν, ψηλά πράσινα και δροσερά βουνά. 
Δεν πρόλαβα να της πω για τον ΄Ολυμπο που επισκέφθηκα πρόσφατα, 
για τη δροσιά και την ομορφιά του.
Δεν πρόλαβα να σου πω τίποτε Μαρία μου.
Αφηνόμουν να σ’ ακούω, κι όποτε σου έλεγα πράγματα και σε κούραζα, 
ήθελες να κλείσουμε το τηλέφωνο,να αφομοιώσεις όπως έλεγες.
Τώρα θα κοιμάσαι, χωρίς φάρμακα, στις δροσιές του Παραδείσου.
Εκεί θα περιμένεις τις φίλες σου, που είχαμε την τιμή να είμαστε
Καλό ταξίδι Μαρία.

Φυλλίτσα Λεονταρίδου



Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Ραστώνη καλοκαιρινή, ευκαιρία για διάβασμα...

Καλοκαιρινή ραστώνη και κάνουμε διακοπές και στο blog...Ευκαιρία για διάβασμα.
Μόλις τέλειωσα ένα πολύ ωραίο ...κελαρυστό βιβλίο. Με συνάρπασε. Σαν ένα δροσερό ρυάκι πέρασε μέσα μου και διαπότισε την ύπαρξή μου. Το διάβαζα τις μέρες που ψηνόμασταν με τους 40 βαθμούς κι αισθανόμουν λίγη αναψυχή..."Ο δρόμος είναι η χαρά" της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη (εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ). Μπράβο σου, κοπέλα μου! Βρείτε το, δανειστείτε το, διαβάστε το και θα με θυμηθείτε. Γράφτηκε το 1990, αλλά είναι απίστευτα επίκαιρο

"...Τρέχοντας ένα μικρό κοριτσάκι έπεσε με το κεφάλι στη τζαμαρία. Το πήραν τα αίματα. Το αρπάξανε και τρέξανε στο κοντινότερο νοσοκομείο. "Να το πάτε στο Παίδων" τους είπανε "εμείς απεργούμε". Ώσπου να φτάσουνε, ξεψύχησε στο δρόμο το παιδάκι. Ποτάμι έτρεχε το αίμα.  Κανείς δεν τιμωρήθηκε και, το χειρότερο, κανενός η συνείδηση δεν ταρακουνήθηκε. Λοιπόν εγώ αυτό φοβάμαι πιο πολύ: μη μας εγκαταλείψουν οι τύψεις μας, γιατί μετά ελπίδα δεν υπάρχει. Τα διακιώματά μας και τα δικαιώματά μας. Τίποτε άλλο δεν ακούς, εδώ και χρόνια, σ' αυτόν τον τόπο. Όπως άμα μπεις στο λεωφορείο για το Μενίδι, όλο το "συφέρο" και το "συφέρο' και "με συφέρει" και "δεν με συφέρει" ακούς. Ναυτία μ' έπιασε μια μέρα, που με δέκα μποφόρ ταξιδεύω στα πελάγη και δεν ζαλίζομαι. Άμα στο κεφάλι μόνο το συμφέρον έχεις, είσαι σαν εκείνο το πιθάρι, το δίχως πάτο. Γεμίζεις; Δεν γεμίζεις. Τα δικαιώματά μας λοιπόν και τα δικαιώματά μας. Ευθύνες; Υποχρεώσεις; Τσιμουδιά. Μωρέ καρνάβαλο την κάναμε τη δημοκρατία. μεγάλο καρνάβαλο, αλίμονό μας. Ωστόσο, λέω μέσα μου "υπομονή, Ελένη, υπομονή". Κοντεύω εβδομήντα χρόνια πάνω σ' αυτή τη γη, που αργά ή γρήγορα το χώμα της θα με σκεπάσει. Δυο-τρία πράγματα τα έχω μάθει πλέον. Πότε είναι παχιές και πότε κοκαλιάρικες οι αγελάδες. Υπάρχουν δηλαδή εποχές και εποχές. Άλλες τον μικραίνουν κι άλλες τον μεγαλώνουν τον άνθρωπο. Και δεν μπορείς αυτό να το αλλάξεις. Μπορείς να σταματήσεις τον ερχομό του χειμώνα; Την άνοιξη μπορείς να την κρατήσεις να μη φύγει; Δεν γίνεται. Λίγα πράγματα είναι, βλέπεις, στο χέρι μας. Τα πιο πολλά η φύση τα ορίζει..."
"Και γενικώς όταν βλέπω στην τηλεόραση τις καταστροφές που κάνει ο άνθρωπος όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, λέω πως πολλά μας δίνει αυτή η γη, περισσότερα ίσως απ' όσα αξίζουμε. Διότι επάνω μας το 'χουμε πάρει. Σπουδαία πρόσωπα θαρρούμε πως γενήκαμε. κι όλα τ' άλλα πλάσματα κι όλα τ' αγαθά της γης, ακόμα και τ' αστέρια δικά μας τα νομίζουμε. Και καμιά ώρα φοβάμαι η γη μη μας τινάξει σαν σκόνη απ' το μανίκι της..."
"Μ΄έπιασε κάποτε μεγάλη λαχτάρα για το καφενεδάκι της Αιδηψού. Ντύνω που λες τα παιδιά, χαρά αυτά που θα κάνανε ποδήλατο, ετοιμάζομαι κι εγώ, όλα καλά, μέσο μεταφορικό δεν υπήρχε. Τραβάμε προς τη δημοσιά. Εκεί κάποια ώρα βλέπω να 'ρχεται ένα φορτηγό. Του κάνω νόημα, σταματάει. Στην Αιδηψό πήγαινε, αλλά δεν είχε πού να μας βάλει. Μπροστά καθόταν η γυναίκα του και πίσω ήταν φορτωμένο ως απάνω με καρπούζια. "Έλα" του λέω "θα τα καταφέρουμε! Ένας κακός δεν χωρεί". Σκαρφαλώνει πίσω ο Χριστιανός, τραβάει από δω, από κει τα καρπούζια, μας κάνει θέση, ανεβαίνουμε. Σε λίγο ξεκινάει και ν' αρχίσουν τα καρπούζια να κατρακυλάνε επάνω μας, να τα μαζεύουμε εμείς, να ξανακατρακυλάνε αυτά. Κουτρουβαλιούνταν, σκαρφαλώνανε τα παιδιά πάνω στα καρπούζια, γέλια, κακό! Φτάσαμε στην Αιδηψό κι ακόμα γελούσαμε. Εκεί, πρώτη μας δουλειά το καφενεδάκι μες στη θάλασσα. Πήγαμε, ήπια εγώ τον γλυκύ βραστό μου, ήπιαν και τα κορίτσια την πορτοκαλάδα τους, ρέμβασα λιγάκι και κατόπιν νοικιάσαμε ποδηλατάκια. Κάθισα εγώ σ' ένα παγκάκι με το εργόχειρό μου, παρέα μ΄ άλλες γιαγιάδες, τα παιδιά κάθε τόσο περνούσαν και με χαιρετούσαν, έριχνα και μια ματιά στη θάλασσα, παράδεισος ήταν η ψυχή μου!".