Αναγνώστες

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Άλλοτε!

Βρήκα σε κάποιο ιστολόγιο (εδώ) τις παρακάτω φωτογραφίες.
Μου προξένησαν ανάμικτα συναισθήματα.
Τις αναρτώ με κάποια δικά μου σχόλια.
Κάντε κι εσείς τους δικούς σας συνειρμούς...
ανακαλέστε τις δικές σας αναμνήσεις!
perierga.gr - Παλιές φωτογραφίες από ελληνικά σχολεία

Τάξεις(!) πολυπληθείς... ξυπόλητα παιδιά...το ταγάρι αντί για τσάντα κρεμασμένο στο παμπάλαιο θρανίο...
Δεν μπορώ να προσδιορίσω χρονικά τη φωτογραφία. Μπορεί να είναι προπολεμική ή αμέσως μετά τον πόλεμο σε κάποιο χωριό που είχε δοκιμαστεί σκληρά από τους γερμανοϊταλοβουλγάρους ή τον εμφύλιο σπαραγμό. Ξέρω πάντως πως η θεία μου υπηρέτησε ως δασκάλα στη Γερακώνα του νομού Κιλκίς το 1950 με τέτοιες συνθήκες (θα βρείτε την σχετική ανάρτηση εδώ). Κι άφησε τη σφραγίδα της αγάπης της όχι μόνο στα παιδιά της, αλλά και σ' όλο το χωριό. Τότε μετρούσε πιο πολύ το "πύρωμα της καρδιάς" κι όχι οι γνώσεις.

perierga.gr - Παλιές φωτογραφίες από ελληνικά σχολεία

Γονατιστά τα παιδάκια...ούτε θρανίο...ούτε σχολικά (βιβλία, μολύβια, τετράδια)...
τα μάτια καρφωμένα στο δάσκαλο ή τη δασκάλα, τα χεράκια πρόθυμα υψωμένα...
ο εγκέφαλος πεντακάθαρος (από εικόνες τηλεόρασης, tablet,κινητών) ρουφάει σαν σφουγγάρι...
Τέτοια προσήλωση στο μάθημα δεν νομίζω ότι μπορούμε να τη βρούμε στα σημερινά παιδιά!

perierga.gr - Παλιές φωτογραφίες από ελληνικά σχολεία

Έξι-έξι στα θρανία και απόλυτη ...ξυποληταρία.
Τα κεφαλάκια κουρεμένα...Ολοφάνερη φτώχεια!
Υπάρχουν τουλάχιστον κάποια βιβλία.

perierga.gr - Παλιές φωτογραφίες από ελληνικά σχολεία

Η ξυλόσομπα στη μέση της τάξης.
Θυμάμαι από τις διηγήσεις των γονέων μου πως έπρεπε να πηγαίνουν τα παιδιά με τη σειρά ξύλα για να την "ταΐσουν".
Κι ο μαυροπίνακας ...μα γιατί δεν έχετε διαδραστικό πίνακα και προτζέκτορα;

perierga.gr - Παλιές φωτογραφίες από ελληνικά σχολεία

27 Φεβρουαρίου του 1946 λέει η ημερομηνία που είναι γραμμένη στον πίνακα!
Τα παιδιά καλοντυμένα και καλοχτενισμένα και τα θρανία φαίνονται περιποιημένα ...
Σίγουρα βρισκόμαστε στο σχολείο κάποιας πόλης,
ίσως σε κάποια ακριβή γειτονιά ή σε κάποιο ιδιωτικό σχολείο.

perierga.gr - Παλιές φωτογραφίες από ελληνικά σχολεία

Μπλε ποδίτσες με άσπρα γιακαδάκια. Αυτή η φωτογραφία μου θυμίζει τα δικά μου μαθητικά χρόνια στο δημοτικό (δεκαετία του'60).

perierga.gr - Παλιές φωτογραφίες από ελληνικά σχολεία

Η αναμνηστική φωτογραφία! Τα κορίτσια μπροστά, τα αγόρια πίσω κι ο δάσκαλος στη μέση κοστουμαρισμένος! (Κι αυτή πρέπει να είναι από τη δεκαετία του '60).

perierga.gr - Παλιές φωτογραφίες από ελληνικά σχολεία

Αρκετά περιποιημένα και όμορφα παιδάκια. Τα χέρια σταυρωμένα. Στο σχολείο υπήρχε πειθαρχία και σεβασμός. Δεν φαίνονται ιδιαίτερα ζορισμένα τα παιδιά από την αυστηρή πειθαρχία και τους κανόνες. Ίσα-ίσα τα ματάκια τους προδίδουν χαρά και ηρεμία.

perierga.gr - Παλιές φωτογραφίες από ελληνικά σχολεία

"Τζιζ! ποιος σε χτύπησε, φίλε μου;"  Αθώα παιχνίδια και πειράγματα!

Φωτογραφίες-μνήμες μιας φτωχής και στερημένης εποχής!
Άραγε είναι πιο ευτυχισμένα τα σημερινά παιδιά,
οι μαθητές των σύγχρονων εξοπλισμένων σχολείων;
Θα ήθελα τα σχόλιά σας!





Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον!

Ξημερώνει μια απίστευτα μεγάλη γιορτή: η Πεντηκοστή!



Και ακολουθεί και η εορτή του Αγίου Πνεύματος.
Στην πρώτη θυμόμαστε, τιμούμε και ξαναζούμε την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και τον φωτισμό των Αποστόλων πενήντα ημέρες μετά την Ανάσταση και δέκα ημέρες μετά την Ανάληψη του Κυρίου μας, αλλά και την ίδρυση της Εκκλησίας μετά τον φωτισμένο λόγο που απηύθυνε ο Πέτρος στο συγκεντρωμένο και απορημένο πλήθος των Ιουδαίων και των ξένων και προσήλυτων επισκεπτών της Ιερουσαλήμ.
Στη δεύτερη τιμούμε το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας και όλη την Αγία Τριάδα, δηλαδή τον Θεό μας!
Τεράστια γιορτή! Είναι αυτή που νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας.
Ποιος είναι ο σκοπός της ζωής μας; Στην ερώτηση αυτή ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ απαντά: "Η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος!" Το Άγιο Πνεύμα ήρθε και ενοίκησε, εσκήνωσε στην Εκκλησία, αλλά πρέπει να έλθει και να σκηνώσει και στον καθένα μας προσωπικά.
Γιατί να θέλουμε να αποκτήσουμε το Άγιο Πνεύμα; Γιατί είναι αυτό που θα μας δώσει τα πιο σπουδαία δώρα: τη θεϊκή αγάπη, τη θεϊκή χαρά, τη θεϊκή ειρήνη, την πίστη, την πραότητα, την εγκράτεια, την αγαθοσύνη, τη χρηστότητα, τη μακροθυμία! Είναι αυτό που θα μας ενώσει με τη θεότητα, αυτό που την πολύπαθη αυτή σάρκα, τον χωμάτινο άνθρωπο που δεν διαφέρει και πολύ από τα ζώα -αν ζει χωρίς Θεό-, θα τον κάνει θεό κατά χάριν.
Ας μου πει κάποιος ότι θα ήθελε κάτι καλύτερο από αυτά τα δώρα κι ότι μπορεί να το βρει κάπου αλλού!
Ας δούμε τρία πολύ θεολογικά τροπάρια του σημερινού Εσπερινού:
"Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν, ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας, Ὁμοούσιε καὶ Ὁμόθρονε, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ, Παράκλητε, δόξα σοι". 
Όλα μας τα χορηγεί (μας τα προσφέρει, μας τα χαρίζει) το Πνεύμα το Άγιο. Απ' αυτό πηγάζουν όλες οι προφητείες, αυτό καθιστά τέλειους τους ιερείς, δίδαξε σοφία στους αγράμματους, ανέδειξε τους ψαράδες σε θεολόγους, συγκροτεί (δημιουργεί και κρατά στη ζωή) όλον τον θεσμό της Εκκλησίας. Παράκλητε, σε δοξάζουμε, εσένα που είσαι από την ίδια ουσία και κάθεσαι στον ίδιο θρόνο δόξας με τον Πατέρα και τον Υιό.
"Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν Πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσε". 
Είδαμε το αληθινό φως, λάβαμε ουράνιο Πνεύμα, βρήκαμε την αληθινή πίστη προσκυνώντας την αδιαίρετη Τριάδα. Γιατί αυτή μας έσωσε.
"Γλῶσσαι ποτὲ συνεχύθησαν, διὰ τὴν τόλμαν τῆς πυργοποιΐας, γλῶσσαι δὲ νῦν ἐσοφίσθησαν, διὰ τὴν δόξαν τῆς θεογνωσίας. Ἐκεῖ κατεδίκασε Θεὸς τοὺς ἀσεβεῖς τῷ πταίσματι, ἐνταῦθα ἐφώτισε Χριστὸς τοὺς ἁλιεῖς τῷ Πνεύματι. Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία, πρὸς τιμωρίαν, ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν".


Κάποτε οι γλώσσες μπερδεύτηκαν εξαιτίας της θρασύτητας των ανθρώπων που εκφράστηκε με την πυργοποιΐα (της Βαβέλ), τώρα οι γλώσσες των ανθρώπων απέκτησαν σοφία γιατί φανερώθηκε η δόξα της θεογνωσίας. Εκεί, στη Βαβέλ, ο Θεός κατεδίκασε όσους υπέπεσαν στην αμαρτία της ασέβειας, εδώ (στην Πεντηκοστή) ο Χριστός φώτισε τους αλιείς με το Πνεύμα Του. Τότε τιμωρήθηκαν οι ασεβείς με την σύγχυση των γλωσσών που τους οδήγησε στην αφωνία (την ασυνεννοησία), τώρα συνάπτεται μια νέα συμφωνία ανακαίνισης του ανθρώπου που θα φέρει τη σωτηρία των ψυχών μας.

*Δυστυχώς αυτή η κορυφαία εορτή της πίστης μας έχει γίνει για τους περισσότερους Έλληνες "το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος" που σημαίνει εκδρομές και μπάνια μακριά από την εκκλησία και τη Θ.Λειτουργία. Κρίμα χάνουμε τους πολύτιμους μαργαρίτες, τα ακλόνητα στηρίγματα της πίστης μας, της ζωής μας και προσπαθούμε να χορτάσουμε τις άδειες και διψώσες ψυχές μας με φτηνά και πολύ εφήμερα υποκατάστατα.

**Όποιος θέλει μπορεί να διαβάσει περισσότερα εδώ.

***Δεν είναι εύκολο να γίνει κατά λέξη μετάφραση των ύμνων, διότι κυρίως πρέπει να αποδοθεί το βαθύτατο νόημά τους.

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Τη 29η του αυτού μηνός




Με του Μαγιού τα ευωδιαστά στολίστηκε τριαντάφυλλα
η εκκλησιά που αύριο πανηγυρίζει,
πολύ κοντά στο σταύρωμα των χαμηλών θαλασσινών
με τα πανύψηλα τριπλά χερσαία τείχη,
στην Πόλη τη χιλιόχρονη, τη Βασιλεύουσα,
που τώρα ...σβήνει.

Τη 29η του αυτού μηνός
Θεοδοσίας της Κωνσταντινουπολιτίσσης μνήμη.
Ευωδιαστή και άχραντη,
οσιακή, μαρτυρική συνάμα η βιοτή της.
Απόψε στον εσπερινό με δάκρυα
και λαχτάρα πρόστρεξαν
και δέονται γονατιστοί
οι πολιορκημένοι:
"πρέσβευε, Θεοδοσία, τω Δεσπότη των όλων  
ρυσθήναι εκ πολυτρόπων ημάς συμπτώσεων". 

Μουγκρίζουν ανελέητα τα φοβερά κανόνια του Μωάμεθ.
Συθέμελα τραντάζονται τα τείχη κι οι τρεμάμενες καρδιές.
Και της Αγίας, της Oσίας Θεοδοσίας
το εικόνισμα, κρυμμένο απ' τα τριαντάφυλλα,
υγραίνεται απ' το μύρο και το δάκρυ.

Στην τρίτη την πιο φοβερή επίθεση των Γιεννιτσάρων
βρέθηκε η καστρόπορτα, λίγο πιο πάνω
από την εκκλησιά που πανηγύριζε, ανοιχτή...

Τη 29η του αυτού μηνός
η εκκλησιά η τριανταφυλλένια
πρώτη αντίκρισε την ημισέληνο,
τα γιαταγάνια τα ματοβαμμένα.
Κι έγινε ο όμορφος ναός, που ήτανε
με το τουβλάκι της υπομονής χτισμένος
και της Οσίας τη χάρη ποτισμένος,
το Gul Camii,
του θρήνου της Αλώσεως
η πρώτη οιμωγή...

          Σταυρούλα Κουμενίδου


*Η Αγία Θεοδοσία, η πανέμορφη βυζαντινή εκκλησιά, 
που βρίσκεται δίπλα στα τείχη της Πόλης, 
πολύ κοντά στην Κερκόπορτα, 
πανηγυρίζει σήμερα 
κι είναι στολισμένη με τριαντάφυλλα.
Οι Ρωμιοί έχουν έρθει στην Αγία τους και της προσφέρουν
τα ολόφρεσκα μαγιάτικα  τριαντάφυλλα των κήπων τους
και το δάκρυ της καρδιάς τους. 
Την παρακαλούν να μεσιτεύσει για τη σωτηρία τους.
Μα το τέλος έχει έρθει. Η Πόλις εάλω!
Τα στίφη των βαρβάρων μπαίνουν στη Βασιλεύουσα
και είν' αυτή η πρώτη εκκλησιά που αντικρίζουν.
Την καταπατούν, την κάνουν δικό τους τζαμί
κι όπως είν' ολοστόλιστη, τριανταφυλλένια, 
την ονομάζουν Gul Camii, τζαμί των Ρόδων.
Μ' αυτό το όνομα τη βρίσκουμε και σήμερα στην Πόλη,
πανέμορφη και πονεμένη!

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΛΜΥΡΑ ΕΩΣ ΤΗ ΓΕΥΓΕΛΗ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΛΜΥΡΑ ΕΩΣ ΤΟ ΓΕΥΓΕΛΗ  Οι μικρές ιστορίες των ανθρώπων
        Οι μικρές (πικρές) ιστορίες των ανθρώπων
        Πίσω από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα πάντα κρύβονται και οι μικρές ιστορίες των ανθρώπων. Η 29η  Μαΐου είναι ημέρα μνήμης που αφορά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς. Ημέρα θριάμβου για τους Τούρκους, ημέρα περισυλλογής για όσους  θεωρούν ότι το Βυζάντιο υπήρξε κομμάτι της ιστορίας του Ελληνικού έθνους.
        Μπορούμε να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την 29η Μαΐου 1453, ακολουθώντας την εξιστόρηση που κάνει ο  σύγχρονος με την άλωση Κριτόβουλος  ο  Ίμβριος  στο βιβλίο του με τίτλο Ιστορία.
       ‘’Ο στρατός ξεχύθηκε  ορμητικά μέσα από το ρήγμα που άνοιξε στα τείχη και διασκορπίστηκε παντού μέσα στην Πόλη και την λεηλάτησε από τα χαράματα έως το σούρουπο και την λαφυραγώγησε. Και  άρχισε η μεγάλη σφαγή αυτών που έπεσαν στα χέρια του. Άλλους σκότωσαν στον δρόμο, άλλους στα ίδια τους τα σπίτια, άλλους όταν έφεραν αντίσταση και άλλους μέσα σε εκκλησίες που είχαν καταφύγει και προσεύχονταν. Σκότωσαν άνδρες γυναίκες και παιδιά, αδιακρίτως, δίχως έλεος. 
       Όταν επήλθε κορεσμός από την σφαγή και η πόλη ήταν ήδη στα χεριά τους, μοιράστηκαν σε ομάδες και άλλοι λεηλάτησαν τα παλάτια των ευγενών, άλλοι σύλησαν τις εκκλησίες, άλλοι εισέβαλαν στα σπίτια των ανθρώπων πηδώντας  σε αυτά σαν τα άγρια σαρκοβόρα θηρία, λεηλατώντας, λαφυραγωγώντας, σκοτώνοντας, κακοποιώντας, αιχμαλωτίζοντας άνδρες, γυναίκες, παιδιά, γέροντες, νέους, ιερείς, μοναχούς, χωρίς διάκριση σε ηλικία και τάξη. Έβλεπε κανείς πράξεις φρικτές και αξιοθρήνητες. Ενάρετες παρθένες τις τράβηξαν με βία από τα δωμάτια τους και τις έσειραν μαζί τους ωμά και αδιάντροπα. Σε άλλες παρουσιάστηκαν άνδρες οπλισμένοι με σπαθιά, με τα χέρια ματωμένα ακόμη από την σφαγή, με βλέμμα φονικό και φωνές ακατανόητες, αδιάντροποι και διατεθειμένοι για τα χειρότερα. Κι ακόμη έβλεπε κανείς σεβαστούς γέροντες να τους σέρνουν από τα άσπρα τους μαλλιά και να τους χτυπούν ανελέητα. Αγόρια ευγενή  να τα απαγάγουν και ιερείς να τους προπηλακίζουν. Σεμνές καλόγριες να τις τραβούν με βία από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει και να τις βρίζουν και να τις ατιμάζουν ενώ αυτές χτυπιόνταν και σπάραζαν με γοερούς θρήνους. Οι υπερασπιστές που πολεμούσαν ακόμη στα θαλάσσια τείχη, αυτοκτονούσαν απελπισμένοι πέφτοντας στην θάλασσα.
       Συνολικά σκοτώθηκαν κατά την πολιορκία και την άλωση 4000 στρατιώτες και γυναικόπαιδα, και περισσότεροι από 50000 πήραν τον δρόμο της αιχμαλωσίας και των σκλαβοπάζαρων.  Η Πόλη άδειασε, αφανίστηκε. Μόνο έρημα σπίτια έμειναν που τρόμαζαν όσους τα έβλεπαν’’. 
       Αυτά περιγράφει  ο Κριτόβουλος,  σε ελεύθερη μετάφραση και με τροποποιήσεις στην διάταξη του κειμένου που έγιναν με δική μου ευθύνη. Η πτώση της Πόλεως αποτελεί αναμφισβήτητα ένα γεγονός ορόσημο στην ιστορία της Ανατολής και στην ιστορία του Μεσογειακού κόσμου που σηματοδοτεί  την εδραίωση της κυριαρχίας του Ισλάμ στα εδάφη της πάλαι ποτέ Χριστιανικής Αυτοκρατορίας.
          Οι συνέπειες για τους κατοίκους της ήταν η κοινή μοίρα των ηττημένων κάθε πολέμου. Σφαγές, λεηλασίες, βιασμοί, εξευτελισμοί, καταστροφές, βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών. Τα ίδια φαινόμενα επαναλαμβάνονται σε κάθε πόλεμο μέχρι τις ημέρες μας.
          Τα ίδια φαινόμενα επαναλαμβάνονται και στην πιο κοντινή σε μας εστία πολέμου που  βρίσκεται στην περιοχή της Συρίας. Η Συρία είναι μία χώρα που είναι  μιάμιση φορά μεγαλύτερη από την Ελλάδα, έχει  διπλάσιο πληθυσμό από εμάς, και βιώνει έναν πρωτοφανή σε βιαιότητα  εμφύλιο σπαραγμό που διαρκεί πάνω από τέσσερα χρόνια. Οι αριθμοί δεν αρκούν για να καταδείξουν το μέγεθος της καταστροφής. Πάνω από 250000 οι νεκροί, άγνωστος ο αριθμός των  τραυματιών, πάνω από 3 εκατομμύρια οι πρόσφυγες στο εξωτερικό, 5 εκατομμύρια οι πρόσφυγες στο εσωτερικό, 2,5 εκατομμύρια οι άνθρωποι στους οποίους δεν φθάνει καμία ανθρωπιστική βοήθεια, μία διαλυμένη οικονομία (το ακαθάριστο προϊόν της χώρας μειώνεται κατά 20 % κάθε χρόνο και η παραγωγή πετρελαίου μειώθηκε στα 9/10), διαλυμένες κοινωνικές υπηρεσίες, ένα σύστημα υγείας ανεπαρκές για τις περιστάσεις, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που υπολειτουργεί, πόλεις κατεστραμμένες από τους βομβαρδισμούς. Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς το  διάχυτο αίσθημα ανασφάλειας και την απόγνωση που αισθάνονται αυτοί οι άνθρωποι. Τους Σύρους τους έχουμε δίπλα μας. Πνίγονται στο Αιγαίο στην προσπάθεια τους να φύγουν από την κόλαση, καταφθάνουν εξαθλιωμένοι  με σαπιοκάραβα στα λιμάνια των νησιών μας, ‘’λιάζονται’’ στην πλατεία Ομονοίας,  μαζεύονται στις πύλες εξόδου του Κιλκίς  στην απέλπιδα προσπάθεια να φύγουν στο εξωτερικό. Όταν καταφέρνουν να περάσουν τα σύνορα, τότε ξυλοφορτώνονται και  καταληστεύονται από τους αστυνομικούς της ΠΓΔΜ και επαναπροωθούνται στην χώρα μας. Γίνονται αντικείμενο αισχρής εκμεταλλεύσεως  από λαθρεμπόρους της ελπίδας π.χ. πληρώνουν 5000€ στα κυκλώματα της Αθήνας  δήθεν για να τους μεταφέρουν σε χώρες  του εξωτερικού και πληρώνουν 500€ σε εγκληματίες που αντί να τους στείλουν στην Ουγγαρία τους στοιβάζουν σαν τα ζώα σε κλειδωμένα εμπορικά βαγόνια στον συνοριακό σταθμό στο Γευγελή, μέχρι να πεθάνουν από την δίψα. Όσο διαρκούν οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Συρία, τόσο ο αριθμός τους στην χώρα μας θα αυξάνεται και όσο ο αριθμός των Σύρων προσφύγων αυξάνεται, τόσο ελλοχεύει ο κίνδυνος εμφανίσεως αξεπέραστων κοινωνικών προβλημάτων στα χωριά και στις πόλεις του νομού μας και της χώρας μας. Μόνο η παύση των εχθροπραξιών μπορεί να οδηγήσει στην οριστική επίλυση αυτού του προβλήματος.
           Η πρόσφατη κατάληψη της οάσεως της Παλμύρας από τους ισλαμιστές, αποκαλύπτει ότι ο πόλεμος δεν πρόκειται να σταματήσει. Η ανησυχία της διεθνούς κοινότητος  για τις  μοναδικές αρχαιότητες της περιοχής είναι δικαιολογημένες αλλά εκτός πραγματικότητος. 



Το ενδιαφέρον των αρχαιολόγων και ιστορικών  δεν πρόκειται να σταματήσει το μένος των φανατισμένων στρατιωτών του Αλλάχ, όπως δεν το σταμάτησε στην Μοσούλη, στην Νιμρούντ και την Χάτρα.  Άνθρωποι που στο όνομα μιας θρησκευτικής μισαλλοδοξίας  απειλούν τα ιστορικά  μνημεία, απειλούν πολύ περισσότερο την ίδια την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια. Επομένως η απελπισία των Σύρων  θα ενταθεί και οι  καραβιές των απελπισμένων που φτάνουν στην χώρα μας θα συνεχίσουν να αυξάνονται.
           Η μοίρα των Σύρων θα έπρεπε να ξυπνά τα δικά μας εθνικά αντανακλαστικά ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο να συμβεί το ίδιο και στην χώρα μας. Η κυβέρνηση αφού έχασε τέσσερις μήνες φλυαρώντας και δίνοντας διεθνείς διαλέξεις, προσπαθεί απελπισμένα να κερδίσει τον χαμένο χρόνο και να βρει λύση στα πραγματικά προβλήματα. Εν τω μεταξύ το δημόσιο ταμείο είναι απελπιστικά άδειο και ο παραλογισμός κυριαρχεί απόλυτα στον δημόσιο πολιτικό βίο της χώρας. Σε περίπτωση αποτυχίας ή ατυχήματος δεν πρόκειται να χρεωθεί η κυβέρνηση τις κοινωνικές  συνέπειες  του ερασιτεχνισμού της. Ο μόνος υπαίτιος της όποιας αποτυχίας  είναι ήδη στοχοποιημένος από τους κυβερνώντες και έχει όνομα.  Είναι ο ‘’μνημονιακός’’ παράγοντας του εξωτερικού με τους ‘’πράκτορες’’ και τα ‘’όργανα’’ που τον υπηρετούν στο εσωτερικό της χώρας. Ένα σκηνικό κοινωνικής αντιπαλότητας είναι ήδη επιμελώς στημένο. Χρειάζεται λίγη τρέλα (που υπάρχει), λίγος τυχοδιωκτισμός (που υπάρχει) και κάποιος που θα σφυρίξει  το σύνθημα για να αρχίσει ο νέος εμφύλιος σπαραγμός. 
‘’Αντιμνημονιακοί’’ εναντίον ‘’μνημονιακών’’. Καλά τα καταφέραμε…

*Το ανωτέρω κείμενο είναι του Τάσου Ναούμη, ιατρού, και το βρήκα  εδώ.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Αλήθειες εκ στόματος Τούρκου


Με ένα εντυπωσιακά ειλικρινές άρθρο, 

που δημοσιεύτηκε το 2009 στην έγκυρη εφημερίδα SABAH, 

από τον Engin Ardic, γνωστό συγγραφέα 

και δημοσιογράφο στην Τουρκία 

στηλιτεύεται ο Τουρκικός τρόπος εορτασμού 

της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου.

 Στο εν λόγω άρθρο ο συγγραφέας παρουσιάζει 

µια σειρά από αλήθειες τις οποίες το Κεµαλικό καθεστώς 

εδώ και δεκαετίες προσπαθεί να καταπνίξει. 

Αξίζει να παρατεθεί μεταφρασμένο μέρος του κειμένου, 

το οποίο έχει ως εξής :


"Πέρασαν 556 (μέχρι το 2009) χρόνια 
και γιορτάζετε (την Άλωση) σαν να ήταν χθες; 
Γιατί κάθε χρόνο τέτοια εποχή, µ΄ αυτές τις γιορτές που κάνετε, 
διακηρύσσετε σε όλο τον κόσµο ότι:
«Αυτά τα μέρη δεν ήταν δικά µας, 
ήρθαµε εκ των υστέρων και τα πήραμε µε τη βία». 
Για ποιο λόγο άραγε φέρνετε στη µνήµη µια υπόθεση έξι αιώνων;

 Μήπως στο υποσυνείδητό σας υπάρχει ο φόβος 
ότι η Πόλη κάποια µέρα θα δοθεί πίσω; 
Μην φοβάστε, δεν υπάρχει αυτό που λένε µερικοί ηλίθιοι 
της Εργκενεκόν (δείτε εδώ) περί όρων του 1919. 
Μη φοβάστε, τα 9 εκατοµµύρια Ελλήνων δεν μπορούν να πάρουν 
την πόλη των 12 εκατοµµυρίων. 
Κι αν ακόμα την πάρουν δεν μπορούν να την κατοικήσουν. 
Κι οι δικοί µας που γιορτάζουν την Άλωση είναι µια χούφτα φανατικοί,
 µόνο που η φωνή τους ακούγεται δυνατά. 
Ρε σεις, αν µας πούνε ότι λεηλατούσαμε την Πόλη 
τρεις µέρες και τρεις νύχτες συνεχώς τι θα απαντήσουμε ; 
Θα υπερασπιστούμε τον εαυτό µας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο 
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή θ' αφήσουμε το θέμα στους ιστορικούς ;

 Αντί να περηφανευόμαστε µε τις πόλεις που κατακτήσαμε,  
ας περηφανευτούμε µ' αυτές που ιδρύσαμε, αν υπάρχουν. 
Αλλά δεν υπάρχουν.
 Όλη η Ανατολή είναι περιοχή µε την βία κατακτημένη... 
Ακόμα και το όνομα της Ανατολίας δεν είναι αυτό που πιστεύουν 
(ana=µανά, dolu=γεµάτη), 
αλλά προέρχεται από την ελληνική λέξη η Ανατολή. 
Ακόμα και η ονομασία της Ισταµπούλ 
δεν είναι όπως µας λέει ο Ebliya Celebi 
«εκεί όπου υπερτερεί το Ισλάµ» τραβώντας τη λέξη από τα μαλλιά, 
αλλά προέρχεται από το «εις την Πόλιν».

Εντάξει λοιπόν, αποκτήσαµε µόνιµη εγκατάσταση, 
τέλος η νοµαδική ζωή 
και γι' αυτό ο λαός αγοράζει πέντε - πέντε τα διαµερίσµατα. 
Κανείς δεν μπορεί να µας κουνήσει, ηρεμήστε πια... 
Οι χωριάτες µας ας αρκεστούν στο να δολοφονούν την Κωνσταντινούπολη 
χωρίς όμως πολλές φανφάρες....». (!!!!!)



Ρωμαίικο Οδοιπορικό

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Ολάνθιστες ευχές

Πολλοί είναι οι φέροντες το όνομα του Αγίου Κωνσταντίνου 
και πολλές οι φέρουσες το όνομα της Αγίας Ελένης, 
ανάμεσά τους και πολλοί της οικογενείας μου
και φίλοι και γνωστοί και συνάδελφοι.
Σε όλους και σε όλες εύχομαι
να έχουν το φωτισμό του Θεού
και να χαίρονται τις πολλές ευλογίες Του!
Αντί δώρου μια μικρή περιήγηση σε ολάνθιστους κήπους!







Hydrangeas -- Did you know changing aluminum in the soil changes the color of the hydrangea?

Love the look of astilbe




Hydrangea!!

Rosa ‘Ispahan’, Phlox paniculata, clematis, eryngium, lilies, pinks, scabious, aconitum, delphinium, campanula

Γράμμα σε μια ηρωίδα


Ημέρα πικρής μνήμης η χθεσινή, 
αφιερωμένη στα μαρτύρια του ποντιακού ελληνισμού.
Η γερμανικής έμπνευσης εκστρατεία εθνοκάθαρσης 
(με σκοπό τη δημιουργία καθαρού 
τουρκικού έθνους-κράτους
ως συνέχειας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας)
που ανέλαβαν να πραγματώσουν οι Νεότουρκοι
αφάνισε Αρμένιους, Πόντιους, Ρωμιούς, 
Ασσυροχαλδαίους.
Μια γενιά ρημαγμένη. 
Τα βάσανά της δεν μπορούμε να τα διανοηθούμε!!!
Πολλά αφιερώματα, πολλές ιστορίες, 
φωτογραφίες είδα και διάβασα στο διαδίκτυο. 
Μου άρεσε πάρα πολύ το παρακάτω 
ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΜΙΑ ΗΡΩΙΔΑ. 
Στη μάνα! που έπρεπε να παλέψει μόνη της. 
Ο άντρας, ο πατέρας ήταν στα βουνά αντάρτης, 
ήταν στα Τάγματα Εργασίας, ήταν στο χώμα...
Στη μάνα! που είχε πλάι της συνεχώς το θάνατο 
κι αγωνιζόταν να γλιτώσει απ' το δρεπάνι του 
τα παιδιά της...
Στη μάνα που πάντα κάτι της έλειπε....
Στη μάνα την αρχόντισσα που είχε πια την όψη της ζητιάνας...
Στη μάνα, την προσφυγοπούλα
 που ξανάφτιαξε πατρίδα 
για να τη χαρίσει στα παιδιά και στα εγγόνια της...
Στη μάνα που έγινε έπος, 
θρύλος, κομμάτι μιας αιμάτινης ιστορίας...
 
ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΜΙΑ ΗΡΩΙΔΑ

νια











Γράφει η Νένα Μυρωνίδου / nenemy1@hotmail.com
"Γιαγιά,
Στέκομαι εδώ, στη μέση της ιστορίας. 
Πίσω δεν κοιτάζω, γιατί δε φτάνω. 
Είναι όλα μακριά. Μπροστά δε βλέπω. 
Είναι όλα θολά. 
Εσύ, όμως, με τα χέρια στη μέση 
και μια ξεθωριασμένη ποδιά, 
σκαλίζεις τα χωμάτινα αυλάκια με τα κηπευτικά σου. 
Σκαλίζεις την ξενιτιά σου. 
Αυτή, που με τον ιδρώτα σου, έγινε πατρίδα μου.
Μιλώ μόνο μαζί σου για όλα αυτά, 
γιατί ο παππούς κρύφτηκε στο χώμα, 
για να νιώσει στην αγκαλιά της γης 
μια πατρίδα πιο ζεστή 
από εκείνη που σε έγδαρε, που σε πείνασε, 
που σε κούρασε, 
που σε φτώχυνε, που σε δάκρυσε, που σε πλήγωσε. 
Κι ήταν μακρινή. Ακόμα κι εδώ που είσαι. 
Είσαι μακριά. Γιατί έμεινες πίσω.
Μια ταλαίπωρη φωτογραφία στέκει 
στο προσκέφαλό σου χρόνια. 
Κάθε φορά μου συστήνεις εκείνους που λείπουν. 
Που δε με γνώρισαν ποτέ. 
Που δεν έμαθαν τι απέγινες. 
Κι εσύ τους έχεις πάντα εκεί. Παρόντες. 
Κι εγώ δε σηκώνω το βλέμμα. 
Μήπως και με μαλώσουν 
που δεν έκανα κάτι γι’ αυτούς ή για σένα.
Όλη σου η μνήμη ξεφτισμένα παπούτσια, 
μαύρα νύχια, γδαρμένες ψυχές. 
Όλο να λείπουν κομμάτια από κάπου. 
Από σένα, από τα ρούχα σου, από την οικογένειά σου. 
Από την ιστορία. 
Γιατί. Αυτό σε κρατά. Μέχρι να μάθεις.
Καμιά φορά σκέφτομαι πως είσαι μικρή. 
Σε παίρνω αγκαλιά, σου δίνω καθαρά ρούχα. 
Κάνεις ένα ζεστό μπάνιο. Πίνεις το γάλα σου 
ακούγοντας ένα παραμύθι 
κι ύστερα κοιμάσαι. Ήσυχη. Για πρώτη φορά.
Ξέρω πως είναι κατάρα 
οι πληγιασμένες σου πατούσες 
να γίνουν μια μεγαλειώδης προτομή σε μια πλατεία 
(με περιστέρια, με κουτσουλιές και 
κακόγουστες εγωκεντρικές γκράφιτι υπογραφές) 
όπου θα ξαποσταίνουν συλλαλητήρια μνήμης. 
Η φωνή σου δεν είναι επετειακή για μένα. 
Είναι επική! 
Κι εσύ μια αρχόντισσα του πόνου, 
μια εργάτρια του χρόνου, 
που κύλησες τις εποχές τη μια μετά την άλλη 
μέχρι να φτάσεις να μάθεις 
και πάλι να αποχωρίζεσαι.
Παππού, άσε τις παραξενιές. 
Εκεί που είσαι, καθιερώθηκες. 
Εμείς πώς θα τη βγάλουμε με τις μνήμες 
που δε βοηθούν καθόλου 
στο να διορθώσουμε την ιστορία;"


Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Καλή επιτυχία στις Πανελλαδικές!

Ὁ ἅ­γιος Πορ­φύ­ριος (1906-1991) φα­νέ­ρω­σε στὴν ἐ­πο­χή μας μὲ πο­λὺ δυ­να­μι­κὸ τρό­πο τὴ γνή­σια μορ­φὴ τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ ἀν­θρώ­που. Δί­δα­ξε μὲ ἔρ­γο καὶ λό­γο. Μὲ τὴ δι­α­κρι­τι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρά, τήν ἤ­ρε­μη δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὰ ἀ­να­ρίθ­μη­τα θαύ­μα­τά του ἔ­γι­νε ὁ­δη­γὸς πο­λύ­τι­μος στὰ δύ­σκο­λα μο­νο­πά­τια τῆς ἐ­πο­χῆς μας.
Συ­νέ­βη κά­πο­τε νὰ τα­ξι­δεύ­ει ἀ­πὸ Θεσ­σα­λο­νί­κη γιὰ Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἔ­φτα­σε ὅ­μως στὸν σταθ­μὸ λε­ω­φο­ρεί­ων κα­θυ­στε­ρη­μέ­να. Δὲ βρῆ­κε εἰ­σι­τή­ριο καὶ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ τα­ξι­δέ­ψει ὄρ­θιος. Δί­πλα του κα­θόν­του­σαν κά­ποι­οι νε­α­ροὶ ποὺ ἀ­στε­ϊ­ζόν­του­σαν με­τα­ξύ τους καὶ γε­λοῦ­σαν. Ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά τους ἐ­ξόρ­γι­σε ἕ­ναν ἐ­πι­βά­τη, ποὺ δὲν κρα­τή­θη­κε καὶ ἐ­πέ­πλη­ξε τοὺς νε­α­ρούς, ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­παν ὄρ­θιο μπρο­στά τους ἕ­να γέ­ρον­τα ἱ­ε­ρέ­α καὶ ἐν τού­τοις συ­νέ­χι­ζαν νὰ κά­θον­ται ἀ­δι­ά­φο­ροι. Πα­ρὰ τὴν ἐ­πί­πλη­ξη ὅ­μως οἱ νε­α­ροὶ πα­ρέ­μει­ναν ἀ­συγ­κί­νη­τοι καὶ κα­νέ­νας δὲν ση­κώ­θη­κε νὰ δώ­σει τὴ θέ­ση του.
Τό­τε ὁ ὀρ­γι­σμέ­νος ἐ­πι­βά­της ση­κώ­θη­κε καὶ πα­ρα­χώ­ρη­σε τὴ δι­κή του θέ­ση στὸν γέ­ρον­τα Πορ­φύ­ριο. Ἐ­κεῖ­νος τὸν εὐ­χα­ρί­στη­σε, ἀλ­λὰ δὲν δέ­χτη­κε νὰ κα­θί­σει. Τα­ξί­δε­ψε ὄρ­θιος μέ­χρι τὴν Ἱ­ε­ρισ­σό (δύ­ο ὧ­ρες πε­ρί­που). Ὅ­ταν κα­τέ­βη­καν, ὁ ἐ­πι­βά­της τὸν ρώ­τη­σε για­τί δὲν δέ­χτη­κε τὴ θέ­ση ποὺ τοῦ πρό­σφε­ρε.
-  Ἔ­κα­μα μιὰ θυ­σί­α γιὰ τὰ παι­διά, ἀ­πάν­τη­σε  ὁ γέ­ρον­τας.
Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν κα­τά­λα­βε τὰ αἰ­νιγ­μα­τι­κά του λόγια. Ὁ ἅ­γιος τό­τε τοῦ ἐ­ξή­γη­σε:
-  Δὲν ἔ­κα­νες κα­λὰ ποὺ μά­λω­σες τὰ παι­διά. Ἔ­κα­μαν βέ­βαι­α μιὰ κα­κὴ πρά­ξη: Ἄ­φη­σαν ὄρ­θιο ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο καὶ δὲν τοῦ πα­ρα­χώ­ρη­σαν ἀ­πὸ μό­να τους τὴ θέ­ση, ὅ­πως θά ’­πρε­πε. Ἂν λοι­πὸν ση­κώ­νον­ταν ὅ­ταν τὰ κα­τσά­δια­σες καὶ κα­θό­μουν ἐ­γὼ στὴ θέ­ση τους, ἢ ἂν δε­χό­μουν τὴ θέ­ση ποὺ μοῦ πρό­σφε­ρες ἐ­σύ, τὰ παι­διὰ δὲν θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν τὴν κα­κὴ πρά­ξη τους. Ἀν­τί­θε­τα θὰ ἔ­νοι­ω­θαν δι­και­ω­μέ­να, ἀφοῦ, εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς, θὰ εἶχε τακτοποιηθεῖ τὸ θέμα. Τώ­ρα ὅ­μως ποὺ ἔ­μει­να ὄρ­θιος καὶ μ’ ἔ­βλε­παν μπρο­στά τους τό­σες ὧ­ρες, ση­κώ­θη­κε ἡ ἴ­δια ἡ συ­νεί­δη­σή τους ἀ­πὸ μέ­σα τους καὶ σι­ω­πη­λὰ τὰ κα­τη­γό­ρη­σε γιὰ τὴν πρά­ξη τους. Μό­νο ἔ­τσι μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νὰ σω­θεῖ: ὅ­ταν δι­ορ­θώ­νε­ται, ἐ­πει­δὴ τὸν κα­τη­γο­ρεῖ, ὄ­χι ὁ ἄλ­λος ἀ­π’ ἔ­ξω, ἀλ­λὰ ἡ συ­νεί­δη­σή του ἀ­πὸ μέ­σα.


Ὁ κα­λύ­τε­ρος ὁ­δη­γὸς δη­λα­δὴ εἶ­ναι ἡ συ­νεί­δη­ση. Ἕ­νας δά­σκα­λος ποὺ τὸν ἔ­βα­λε στὴν καρ­διὰ τοῦ ἀν­θρώ­που ὁ Θε­ός.
Ἂς ἔλ­θου­με τώ­ρα καὶ σὲ σέ­να…  
Βρί­σκε­σαι πρὸ τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων. Δι­ά­βα­σες, κα­ταρ­τί­στη­κες, ἑ­τοι­μά­στη­κες. Ἀ­πὸ μι­κρὸ παι­δὶ δὲν κά­νεις ἄλ­λη δου­λειά, ἀ­π’ τὸ νὰ τρέ­χεις ἀ­πὸ δά­σκα­λο σὲ δά­σκα­λο γιὰ νὰ δι­δα­χτεῖς. Πέ­ρα­σες ἀ­πὸ πολ­λοὺς δα­σκά­λους. Πῆ­ρες μα­θή­μα­τα πολ­λά.
Ἀ­νά­με­σα στοὺς τό­σους δα­σκά­λους ποὺ ἐ­πέ­λε­ξες νὰ σὲ μορ­φώ­σουν, συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ἄ­ρα­γε καὶ ὁ δά­σκα­λος ποὺ ἔ­βα­λε μέ­σα σου ὁ Θε­ός; Τί μα­θή­μα­τα σοῦ ἔ­δω­σαν οἱ δά­σκα­λοί σου ἀ­π’ τὸ νη­πι­α­γω­γεῖ­ο μέ­χρι τώ­ρα; Σί­γου­ρα πῆ­ρες γνώ­σεις πολ­λές. Ἔ­λα­βες ὅ­μως καὶ μα­θή­μα­τα ἀν­θρω­πιᾶς;
Κα­λὲς οἱ γνώ­σεις. Ἀ­πα­ραί­τη­τες. Μὰ πιὸ ἀ­πα­ραί­τη­τα εἶ­ναι τὰ μα­θή­μα­τα ἀν­θρω­πιᾶς. Ποὺ σὲ κά­νουν ὄν­τως ἄν­θρω­πο. Οἱ γνώ­σεις μό­νο, χω­ρὶς μα­θή­μα­τα ἀν­θρω­πιᾶς, μπο­ρεῖ νὰ σὲ κά­νουν ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πάν­θρω­πο. Μη­χα­νή. Ρομ­πότ. Ὀ­λο­θρευ­τή.
Γι’ αὐ­τὸ χρει­ά­ζε­ται καὶ ὁ δά­σκα­λος ποὺ δι­ο­ρί­ζε­ται ἀ­π’ τὸν Θε­ὸ στὸ σχο­λεῖ­ο τῆς ψυ­χῆς σου. Ἡ συ­νεί­δη­ση. Γιὰ νὰ σὲ δι­δά­ξει καὶ κα­λὰ μα­θή­μα­τα. Νὰ σοῦ δώ­σει καὶ μιὰ ἄλ­λη παι­δεί­α. Νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σει στα­δια­κά καὶ στοὺς ἄλ­λους δα­σκά­λους ποὺ ἄ­φη­σε στὸ πό­δι του ὁ Χρι­στός: «Τοὺς ἀ­σφα­λεῖς καὶ θε­ο­φθόγ­γους κή­ρυ­κας», τοὺς σο­φοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους τοῦ Θε­οῦ κά­θε ἐ­πο­χῆς, ποὺ ἐμ­φο­ρού­με­νοι ἀ­πὸ θε­ϊ­κὸ πνεῦ­μα, ἀ­λή­θεια καὶ ἀ­γά­πη, με­τα­φέ­ρουν μέ­χρι ἐ­σέ­να καὶ μέ­να τὰ «γράμ­μα­τα» καὶ τὰ «πράγ­μα­τα» τοῦ Θε­οῦ, τὸν τρό­πο δη­λα­δὴ γιὰ νὰ γί­νου­με οἱ ἀ­λη­θι­νοὶ ἄν­θρω­ποι ποὺ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν ὁ Θε­ός, ὅ­ταν μᾶς ἔ­πλα­θε. Σὰν τὸν ἅ­γιο Πορ­φύ­ριο. Καὶ ἀφοῦ ὁ Θεὸς διορίζει δασκάλους, ὁρίζει καὶ ἐξετάσεις.
Κά­πο­τε λοι­πὸν θὰ μᾶς ἐξετάσει καὶ ὁ Θε­ός. Δὲν θά ’θε­λες νὰ πε­ρά­σεις καὶ τότε; Οἱ τω­ρι­νές σου ἐ­ξε­τά­σεις, μπρο­στὰ σ’ ἐ­κεῖ­νες τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι μιὰ λε­πτο­μέ­ρεια. Δὲν ἀ­ξί­ζει νὰ ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­σαι μό­νο σ’ αὐ­τές. Κιν­δυ­νεύ­εις γιὰ ἕ­να δέν­τρο νὰ χά­σεις τὸ δά­σος. Δὲν θά ’­ναι κρί­μα;
Στὶς ἐ­ξε­τά­σεις τοῦ Θε­οῦ, μὰ καὶ σὲ τοῦ­τες τώ­ρα τὶς ἐ­ξε­τά­σεις σου καὶ σὲ κά­θε καλὸ ἐγ­χεί­ρη­μα στὴ ζω­ή σου, εὔ­χο­μαι νά ’­χεις πάν­τα μιὰ πο­λὺ με­γά­λη καὶ
Κ Α Λ Η   Ε Π Ι Τ Υ Χ Ι Α !

π. Δημήτριος Μπόκος

Μάιος 2015 

Οι γενιές που έτρεφαν αγίους (τελευταίο)


"Το απόγευμα η καμπάνα του 'Εσπερινού ήταν για όλους σημείο - κλείσιμο της ημέρας. O ζευγολάτης σταματούσε τα βόδια και με το ένα χέρι βαστούσε την όχδερη και με το άλλο σταυροκοπιότανε κοιτάζοντας προς το χωριό. Και ήξερε πόσες σφύρες χωράφι έχει να κάνει ακόμα έως ότου νυχτώσει. Και ο βοσκός ξεσαλάγιαζε τα ζωντανά του για να πλησιάζει στο χωριό. 
Η μάνα με τη μάμη που αυτή την ώρα συνήθως εργοχειρούσαν, όταν άκουγαν διπλοκάμπανο έλεγαν: "Απόψε έχει είσοδο ο Άγιος, είναι σχόλη αύριο", και μάζευαν το εργόχειρο. Χρειάστηκε να έρθω στο Άγιο Όρος, για να καταλάβω την κουβέντα της γιαγιάς μου, έχει είσοδο ο άγιος. 
Και η μέρα έκλεινε πάντα με προσευχή μπροστά στις άπειρες εικόνες του σπιτιού. Το προσκυνητάρι της οικογενείας ήταν στο δωμάτιο των γονιών. Ούτε στο χωλ, ούτε στην κουζίνα. Εκεί άναβε το καντήλι και κάπνιζε το λιβανιστήρι. Κάθε κόρη, για να παντρευτεί, έπρεπε μαζί με όλα τ΄άλλα να έχει προικιό καντήλι, μπρούτζινο λιβανιστήρι, σφραγίδα για τα πρόσφορα και εικόνες. Ο γαμπρός γινότανε δεκτός στο σπίτι με την εικόνα του. Κι η πεθερά παρέδιδε στη νύφη την εικόνα με λειτουργική ευλάβεια, όπως την παρέλαβε και κείνη. "Αυτή η εικόνα, νύφη, θέλει ευλάβεια. Θα την πηγαίνεις στη γιορτή της στην Εκκλησιά, θα λειτουργείται, και θα την γιορτάζεις πάντοτε με αρτοκλασία. Το θέλει η εικόνα, ο Άγιος. Μην το αμελήσεις, θα πάθεις κακό". Πίσω απ' αυτό το οικογενειακό εικόνισμα γράφονταν οι γεννήσεις των παιδιών. 
Τα περισσότερα μάλιστα σπίτια, επειδή το χωριό είχε πολλές Εκκλησιές, κληρονομούσανε ν' ανάβουν κι από ένα καντήλι. Αν πήγαινε άλλος να βάλει λάδι στο καντήλι, έπρεπε να πάρει άδεια από το δικαιούχο. Και αυτό ήταν μια άτυπη αλλά σεβαστή από όλους παράδοση. Έτσι κάθε σούρουπο, που φαινόταν ο αποσπερίτης, το χωριό γινότανε μοναστήρι. Κάθε νοικοκυρά με το ροΐ στο χέρι πήγαινε στην Εκκλησιά, ν' ανάψει το καντήλι. Και ήταν το θέαμα εξαίσιο. Η μάνα με τις τρύπιες παντούφλες, την φθαρμένη ζακέτα και τη χιλιομπαλωμένη ποδιά, μαντηλωμένη, για να φυλαχθεί από το βραδινό ψύχος, να βαστά λάδι από το υστέρημα της, για να το προσφέρει στον άγιο. Οι Εκκλησιές ήταν όλες ανοιχτές, τα καντήλια αναμμένα και το θυμιατό στο σολέα του ιερού ανέδιδε την ευωδία του μοσχοθυμιάματος κάθε βράδυ, κάθε μέρα. Τι άλλο θέλει να δη ή ψυχή, για να τραφεί πνευματικά;

Και όλες εκείνες οι άγιες εικόνες ήταν χάρμα οφθαλμών. Κρητικής τεχνοτροπίας, ιστορημένες στα βασανισμένα χρόνια της σκληρής σκλαβιάς. Μ' ένα απλό κοίταγμα διασταυρώνονταν τα μάτια με του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων. Σου απορροφούσαν όλη την προσοχή. Δε χόρταινες να τις βλέπεις. 
Ο μπάρμπα-Γιώργης ο Χατζής μου έλεγε: "Να δω πότε θα 'ρθω στο Μοναστήρι του πάππου σου, να σταθώ στην εικόνα του Θεολόγου, να με κοιτάξει, να τον κοιτάξω". Χάζευε ο νους σου στου Θεού τα πράγματα. Χαρά ήθελες; Τη λάβαινες. Παρηγοριά; Ακόμα περισσότερη. Έτσι οι άνθρωποι που έβλεπαν τις αγίες αυτές εικόνες είχαν ειρήνη κι ομορφιά, που φαινότανε στο πρόσωπο τους, κι ας ήταν ηλιοκαμένοι και θαλασσοδαρμένοι και ταλαιπωρημένοι.
Γινόταν έργο η ευχή «Σημειωθήτω έφ' ημάς, Κύριε, το φως του προσώπου σου». Ρώτησα μία γερόντισσα, πώς πήγε η επέμβαση στα μάτια της, και μου απάντησε: "Το ένα μόνο μου χάρισε φως, για να βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων και να δοξάζω το Θεό". Εμείς δύσκολα μπορούμε να κάνουμε σήμερα μια τέτοια ομολογία. Τώρα οι άνθρωποι βλέπουνε τέρατα στις τηλεοράσεις και αγρίεψαν, έγιναν θηριοπρόσωποι. Δεν ελπίζουν πια στους αγίους. Το είναι τους είναι αφημένο στα χρήματα και στους τάχατες μεγάλους.


Μεγαλώνοντας μέσα σ' αυτό το κλίμα, με πολλή προθυμία βοηθούσαμε τους καταπονημένους γονείς μας. Προσπαθούσαμε, όσο πιο πολλά μπορούσαμε να κάνουμε, για να τους ανακουφίσουμε από τους καμάτους της αγροτικής και ποιμενικής ζωής. 
Προσέχαμε την απροθυμία και την αντιλογία. Ο Γέροντας Φιλόθεος πολλές φορές με διαβεβαίωσε, πως αυτά τα δύο σταυρώνουν τους γονείς και τους οργίζουν. Τα παιδιά μεγαλώναμε μέσα στις Εκκλησίες, κάτω από τα καμπαναριά. Να στολίσουμε στα πανηγύρια την Εκκλησία που γιορτάζει, να ψάλουμε, να διαβάσουμε, να κοινωνήσουμε. Τα παιγνίδια μας ήταν στις αυλές του Κυρίου, κάτω από τα καμπαναριά των Εκκλησιών. 
Τόση ήταν ή επίδραση της εκκλησιαστικής ζωής στις παιδικές μας ψυχές, που μετά από κάθε λειτουργία και τελετή, στους δικούς μας χώρους, αντί για παιγνίδια, κάναμε λειτουργίες και λιτανείες με όλους τους ιερατικούς βαθμούς, κι όλες τις αντίστοιχες λεπτομέρειες. Αντί για αλλά δώρα, προτιμούσαμε επιτραχήλια και ράσα. Οι βαπτίσεις στη θάλασσα χειμώνα-καλοκαίρι ήταν μέσα στο πρόγραμμα.
Όλη ή ζωή του νησιώτη γύρω από την Εκκλησία εξελισσόταν. Γι' αυτό έτρωγε ψωμί και κρεμμύδι, για να χτίσει εκκλησίες και καμπαναριά. Και δεν έκτιζε τις εκκλησίες ό νησιώτης για να εξαλείψει αμαρτίες κατά το «μία αμαρτία - μία εκκλησία». Το κτίσιμο των εκκλησιών δεν ήταν μόνο επιτίμιο πνευματικό. Ήταν και ευλάβεια στο Θεό, ευχαριστία στον Άγιο για τις θαυματουργίες του, ή ήτανε και θεία υπόδειξη και αποκάλυψη...."

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Οι γενιές που έτρεφαν αγίους (3η συνέχεια)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ - ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΠΟΡΕΙΑ

Χρόνια κλώθω στη σκέψη μου, σαν τη νοικοκυρά που γνέθει το μαλλί στην ηλακάτη, αυτό που διάβασα κάποτε σ' ένα βιβλίο, γραμμένο από ένα κρυστάλλινο μυαλό, που δεν ήταν θεολόγος, αλλ' άνθρωπος που αγαπούσε του τόπου μας τις ομορφιές. 
"Κάθε Μονή είναι το μεγάλο Μοναστήρι, όπου όλα είναι απόλυτα, όλα γίνονται με ακρίβεια, χωρίς οικονομίες και παρεκκλίσεις. Είναι ο παράδεισος, που καλλιεργεί τις αρετές ως τη μοναδική του επιδίωξη. Είναι το ιερό βήμα του τόπου που στέκεται. Είναι η κατάπαυση των ανθρώπων. Εκεί κανείς σαββατίζει από τα του κόσμου βάσανα και προσμένει την ογδόη ήμερα. Το σπίτι, η οικογένεια, είναι το μικρό μοναστήρι, που με μια ελάχιστη διαφορά προσπαθεί να βιώνει τη ζωή του μεγάλου Μοναστηρίου. Νηστεύει, προσεύχεται, λειτουργείται, εργάζεται όπως το μεγάλο Μοναστήρι. Στην καθημερινή του ζωή αυτό έχει πρότυπο και προσπαθεί να του μοιάσει. Εκεί καθρεπτίζεται, οσάκις θέλει να καμαρώσει την ομορφιά του.
Ο πατέρας είναι ο Γέροντας του σπιτιού, που όλοι τον υπακούνε, και η μάνα οικονόμισσα του σπιτιού, που όλοι τη σέβονται και την αγαπάνε. Δε χάνεται η πατρότητα κι η αρρενωπή αγάπη του πατέρα μέσα στα χάδια, τις τρυφερότητες και συμπάθειες της μάνας. Ο πατέρας δεν καταντάει κουβαλητής μόνο του σπιτιού, γιατί η οικογένεια δε στοιχίζεται στου γείτονα τα ξενικά φερσίματα (δεν ακούς, έτσι κάνει κι ο γείτονας) αλλά στην αγία παράδοση του Μοναστηριού, σε δοκιμασμένο τρόπο ζωής. 
Κι έλεγε κείνο το κρυστάλλινο μυαλό: "Όλες οι προσπάθειες των πνευματικών ανθρώπων πρέπει να αποβλέπουνε στη συντόμευση της απόστασης μεταξύ Μονής και οικογένειας, στη γεφύρωση τον χάσματος, ώστε οι λαϊκοί και οι μοναχοί να ζούνε πολύ κοντά και μάλιστα χωρίς να προσπαθούνε να κάνουν οπαδούς, ούτε οι μοναχοί, ούτε οι πνευματικοί ταγοί, αλλά συμπόρευση στη Βασιλεία των ουρανών".
Αυτό το γεφύρωμα, την παράλληλη πορεία, την έζησα πέρα για πέρα στα παιδικά μου χρόνια. Γι' αυτό κι όταν εισήλθα στο Μοναστήρι, δε δυσκολεύτηκα καθόλου, ούτε να υπακούω, ούτε να αγρυπνώ, ούτε να νηστεύω, ούτε να διακονώ. Είδα το Μοναστήρι ως φυσική απόληξη των παιδικών μου χρόνων. Μου φάνηκαν από την αρχή όλα όμορφα και πανεύκολα. Ήταν ασέβεια να παρακούσω τον πατέρα, όπως οί μοναχοί το Γέροντα στο Μοναστήρι. Και ήταν αγνωμοσύνη μεγάλη να μη σεβαστώ τη μάνα που θυσιαζόταν για όλους.
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ - ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Αν ο ιερέας συναντούσε κάποιες λειτουργικές ή ποιμαντικές δυσκολίες, με πολλή εμπιστοσύνη αποτεινότανε στο Μοναστήρι. Όταν κοιμήθηκε κάποιος που τον κατηγορούσανε για μασόνο, ο παπάς αποτάθηκε στο Μοναστήρι, αν πρέπει να κάνει κηδεία. Δεν το αποφάσιζε μόνος του. Και σε βεβαρημένες περιπτώσεις εξομολογήσεων τους παρέπεμπαν στο Μοναστήρι. Δεν έπαιρναν ευθύνη. Άλλωστε στη συνείδηση των Παριανών κατ' εξοχήν πνευματικός είναι ο ηγούμενος ή ο παπάς του Μοναστηριού.
Η εκκλησιαστική ζωή στο χωριό ήταν πιστό αντίγραφο του Μοναστηριού. Ο Όρθρος κι ο Εσπερινός τηρούνταν απαρασάλευτα. Αν στην ώρα δε χτυπούσε η καμπάνα, όλοι ρωτούσαν: "Λείπει ο παπάς; Είναι άρρωστος; Γιατί δε χτύπησε Εσπερινό;" Ο Εφημέριος του χωριού ήτανε πάντα ο παπάς μας, ο δικός μας παπάς, όποιος κι αν ήτανε. Έτσι η αγαπητική διάθεση για τον παπά εξαφάνιζε την ιεροκατηγορία. Αν κάποιος έλεγε κάτι κακό κατά του παπά, άκουγε την επιτιμητική απάντηση: "Εκεί που στέκεται ο παπάς, εμείς δεν μπορούμε να σταθούμε".
Σ' όλες τις ακολουθίες, τις καθημερινές λειτουργίες και τις προηγιασμένες έψελναν γυναίκες, που αν και ήταν απαίδευτες, διάβαζαν κι έψαλλαν σωστά, και μάλιστα διατηρούσαν το πομπώδες ύφος της Ανατολής, η φωνή τους γέμιζε τους θόλους των Εκκλησιών. Από τα βαθιά χαράματα, παρά τις υποχρεώσεις τους, βρίσκονταν στις Εκκλησίες, σαν τις Μυροφόρες στον τάφο του Χριστού. Και τα παιδιά δεν απουσιάζαμε από το χορό τους. Από αυτές έμαθα και να ψάλλω και να διαβάζω και να γονατίζω και να προσκυνώ και να σταυροκοπιέμαι, πότε να στέκομαι όρθιος και πότε να κάθομαι. Ήξεραν πότε πρέπει να κάμουν σταυρό και ήταν πάντα το χέρι έτοιμο να σταυροσημειωθούνε. Κουπί το χέρι για σταυρό στην ακολουθία. Το άκουσμα Χριστός, Παναγία, όνομα αγίου, είχε σταυρό. Και καθετί που πράττανε, δεν το έκαναν γιατί απλά έτσι το παρέλαβαν, έτσι το είδαν στους παλιούς, αλλά είχανε βαθιά επίγνωση των τελουμένων στο χώρο της Εκκλησίας.
Ποιος μεταλάμβανε, χωρίς να συνδιαλλαγεί με τον αδελφό του; Είτε έφταιγε Είτε όχι, η μετάνοια γινότανε βαθιά. Ποια γιαγιά δε στεκότανε σεβίζουσα στον Εξάψαλμο και στον Προοιμιακό και δε μετάνοιζε στην «Τιμιωτέρα»; Τώρα μήτε όρθιοι στέκονται. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει καθίσματα, αλλά στασίδια, λίγο ν' ανακούφισεις τη μέση σου. Η ορθία στάση ήταν πάντα η στάση της προσευχής.
Κι ο χαιρετισμός μεταξύ των ανθρώπων πόση χαρά είχε! Αν δε χαιρετούσες, δεν καλημέριζες τον πλησίον σου και τον αδελφό σου, ήτανε λόγος αποχής από τη θεία Κοινωνία! Κι εκείνος ο πασχαλιάτικος χαιρετισμός, "Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη!", πόσο μεγαλείο είχε! Οι βαρύτονες φωνές του γεωργού και του ψαρά έκαναν τα βουνά και τις θάλασσες ν' αντιλαλούν το "Χριστός ανέστη!" και το "Αληθώς ανέστη!" Και αυτό σαράντα μέρες διαλαλείτο από τους πιστούς. Και τώρα, μια μέρα και μόλις ακούγεται. Λες, "Χριστός ανέστη!" και παίρνεις την ελεεινή απάντηση, "Χρόνια πολλά". Άραγε θα γυρίσουνε τα χρόνια και θα έρθουν οι καιροί της χαράς και της αγάπης; Κι ο ασπασμός όλων των ανδρών στην προσκύνηση του Ευαγγελίου την ημέρα του Πάσχα ήταν κάτι ξεχωριστό και μια ζεστασιά μεταξύ των ανθρώπων. Τώρα νεκρική παγωνιά. Ντουβάρια σηκώσαμε μεταξύ μας. Μήτε χαιρετιόμαστε, μήτε ασπαζόμαστε.
Γνώριζαν στην Απόλυση να κατεβαίνουν από τα στασίδια. Ήταν ώρα αρχοντιάς. Έπρεπε να αφανιστεί κάθε λογισμός αντιπαλότητας και να έρθει ο ένας κοντά στον άλλο και όλοι μαζί κοντά στον παπά, για να αποχαιρετιστούνε με τον παπά, μεταξύ τους, και με τους Αγίους. Ήτανε ή ώρα της μεγάλης ευχής, της μεγάλης αίτησης, το μεγάλο παρακάλιο του παπά, όλοι οι Άγιοι να δεηθούνε, να μας ελεήσει ο Θεός. Πόσο φτωχή είναι αυτή ή ευχή της Απολύσεως, όταν μνημονεύονται ελάχιστοι Άγιοι! "Μνημόνευε, έλεγαν οι παλιοί παπάδες, όλους τους Αγίους, από τους πρώτους μέχρι τους νεωτέρους, για να αποδεικνύεται πως το Πνεύμα το Άγιο υπάρχει πάντα στην Εκκλησία και αναδεικνύει Οσίους και Μάρτυρες. Κανένας δεν έστρεφε προς την πόρτα, αν δεν άκουγε το «Δι' ευχών». Άκουσα γυναίκα να παρατηρεί το σύζυγο της, που έφυγε πριν το «Δι' ευχών» από τη Λειτουργία με τα εξής λόγια: "Έφυγες προ του «Δι' ευχών» σαν τον Ιούδα, που έφυγε πριν τελειώσει το μυστικό τραπέζι και μπήκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, για να παραδώσει το Χριστό. Ιούδας λοιπόν ο αποχωρών προ της Απολύσεως.
Μια εικόνα ακόμα, που διατηρώ πολύ ζωντανή στη θύμηση μου, είναι ο τρόπος που εκκλησιάζονταν ορισμένες απλές ψυχές. Ούτε στους μοναχούς δε συνάντησα τόση αληθινή παρουσία στη λατρεία. Αυτοί οι ευλογημένοι, παρά το γήρας τους, έστεκαν στηριγμένοι στο ροζιάρικο ραβδί τους μπροστά στο σολέα, σα να ήτανε πρώτη φορά που άκουγαν θεία Λειτουργία. Με ανοιχτό το στόμα κι ορθάνοιχτα μάτια, καρφωμένα κυριολεκτικά στο θυσιαστήριο, παρακολουθούσαν τα τελούμενα. Τα ηλιοκαμένα και θαλασσοδαρμένα τους πρόσωπα έλαμπαν από χαρά. Όταν κάποιος παπάς στο χωριό λειτουργούσε πολύ πρωί και σχεδόν κάθε μέρα, και δινόταν έτσι ή δυνατότητα στον εργαζόμενο να παρακολουθήσει τη θεία Λειτουργία, άκουσα αγρότη, μόλις κάθισε στο γαϊδουράκι του, να μονολογεί τα εξής σταυροσημειούμενος: "Δόξα τω Θεώ, άκουσα και σήμερα τη Λειτουργία!. Μεγάλο πράγμα να λειτουργείσαι κάθε μέρα. Γίνεσαι και συ Άγιο Βήμα, Ιερό θυσιαστήριο. Κύριε, μη μου το στερήσεις".

Το Μοναστήρι στο οποίο αναφέρεται ο Ηγούμενος Γρηγόριος είναι η ανδρώα Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας:
Στον δρόμο μεταξύ Παροικιάς και Νάουσας της Πάρου βρίσκεται η ανδρική Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας, μια από τις σπουδαιότερες μονές του 19ου και του 20ου αιώνα στην Ελλάδα, ενώ ηγούμενός της, για πολλές δεκαετίες μέχρι την κοίμησή του, το 1980, υπήρξε ο μακαριστός όσιος γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος.
Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1638 από τον πρόκριτο της Ναούσης Χριστόφορο Παλαιολόγο (το Καθολικό κτίσθηκε το 1657).
Το 1652 η μονή της Λογγοβάρδας έγινε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή. Πέρασε σκληρές δοκιμασίες ώστε στα 1800 με 1825 να ερημωθεί και να εγκαταλειφθεί. Αλλά η θεία πρόνοια παρουσίασε νέους κτίτορες: τον Φιλόθεο Γεωργίου και τον Ιερόθεο Ιωάννου και τους ανεψιούς του δεύτερου Φιλόθεο και Ιερόθεο Βοσυνιώτες, αδελφούς από την Πελοπόννησο. Η περίοδος αυτή της μονής (1825 - 1930) χαρακτηρίζεται ως ο «χρυσούς αιώνας» της Λογγοβάρδας, όπου έζησαν άγιοι και σοφοί αναχωρητές με ηγουμένους τους ανωτέρω Φιλοθέους καί Ιεροθέους.
Η επόμενη σπουδαία περίοδος της μονής (1930 - 1980) καλύπτεται από την παρουσία και δράση του κορυφαίου ηγουμένου της πατρός Φιλοθέου Ζερβάκου.
Ο όσιος γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος διακρίθηκε για το πνευματικό και φιλανθρωπικό του έργο, ως μια από τις σημαντικότερες μορφές της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα τον 20ο αιώνα. Βοήθησε πολλά παιδιά φτωχών οικογενειών της Πάρου να σπουδάσουν. Και στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, προστάτεψε αντιστασιακούς και συμμάχους, ενώ ήταν εκείνος που έσωσε από την εκτέλεση 125 ομήρους, μεσολαβώντας με αυτοθυσία στον Γερμανό διοικητή. Κάθε χρόνο στο μοναστήρι, στις 23 Ιουλίου, εορτάζεται η ανάμνηση αυτού του γεγονότος, όταν με την μεσιτεία του αγίου γέροντος Φιλόθεου Ζερβάκου, η Παναγία απέτρεψε την εκτέλεση των 125 νέων της Πάρου ως αντίποινα για το σαμποτάζ στο γερμανικό αεροδρόμιο. Επίσης, με την προτροπή του, οι μοναχοί της μονής πολέμησαν στην Αλβανία.

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Οι γενιές που έτρεφαν αγίους (Συνέχεια από το προηγούμενο)

 Στα σημερινά σπιτικά, όπου πλάθεται η επόμενη γενιά, την πρωτεύουσα και κεντρική θέση στην καθημερινή ζωή έχει η τηλεόραση και το internet που περνούν φυσικά τα δικά τους μηνύματα και ψευτοϊδανικά. Αλλά και η αγωγή που υποτίθεται πως εμείς οι γονείς δίνουμε στα παιδιά μας είναι απίστευτα εγωκεντρική και ανταγωνιστική. Σύνθημά μας -κι αν δεν το φωνάζουμε με λόγια, πάντως το μαρτυρούν τα έργα μας- είναι η καλοπέραση, το βόλεμα, το κυνήγι του πλούτου και της εφήμερης δόξας. Ακόμα και μέσα σε οικογένειες τάχα χριστιανικές δεν συναναντάς πια αυτό το άδολο πνεύμα ταπείνωσης, αγάπης, πίστης, ασκητισμού που μας περιγράφει πάρα πολύ όμορφα και γραφικά ο Γέροντας Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος, Ηγούμενος της Μονής Δοχειαρίου του Αγίου Όρους, καθώς ανακαλεί και καταθέτει τις αναμνήσεις των παιδικών του βιωμάτων στο νησί του, την Πάρο. Ας πάρουμε μια μικρή γεύση εκείνης της αγνής εποχής, της καθημερινότητας εκείνων των γενεών που ανέτρεφαν Αγίους. (Συνέχεια από το προηγούμενο)
"Κανείς δεν περνούσε μπροστά από Εκκλησία, χωρίς να σταυροκοπηθεί.
Είδα ανθρώπους, μπορώ να πω "άχρηστους", το πρωί που περνούσαν μπροστά από Εκκλησιές, για να φτάσουν στη δουλειά τους, να κάνουν συνέχεια το σταυρό τους. Ήτανε το χωριό μικρό μοναστήρι, που στοιχιζότανε, όχι μόνο στις γιορτές αλλά και στην καθημερινή ζωή, στου μεγάλου Μοναστηριού την ακρίβεια. 
Έφερε μια κόρη τη μάνα της τη Μ. Παρασκευή να προσκυνήσει το Σταυρό. Κι άρχισε η γιαγιά να ζητά να προσκυνήσει όλες τις εικόνες. Νευρικά η κόρη της προσπάθησε να την αποτρέψει κι η γριά μάνα της απάντησε, με λόγια που ποτέ δε θα ξεχάσω: "Εγώ, παιδί μου, που ήρθα στην Εκκλησία σήμερα, δεν είμαι ούτε παπάς να λειτουργήσω, ούτε ψάλτης να ψάλω. Κεριά θ' ανάψω και τις εικόνες θα καταφιλήσω". 
Η ζωή του νησιώτη μπορεί να ήταν περιπετειώδης, ριψοκίνδυνη με τα καράβια, τα ταξίδια και τους άπειρους κινδύνους της θάλασσας, αλλά ήταν θεοφοβούμενος και μπορούσε να λέει το «Ήμαρτον, αλλ' ουκ απέστην από σου, Κύριε». Μου έλεγε ένας σύγχρονος νησιώτης: "Ο πατέρας μου ήτανε πολύ καλός, αλλά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, ήταν πολύ θεοφοβούμενος"(!).
Είχαμε ανθρώπους που διάβαζαν τρία Καθίσματα του Ψαλτηρίου την ημέρα, όπως στα Μοναστήρια, και άλλους να δανείζουν βιβλία μεταξύ τους, όπως οι Βίοι των Αγίων, η Αμαρτωλών Σωτηρία, η Αποστολική Σαγήνη. Και για την Αγία Επιστολή και τον Αγαθάγγελο λόγος να μη γίνεται.
Ο νησιώτης ήταν βιαστής μεγάλος. Αυτό τον βοηθούσε να κρατά αξιοπρέπεια και να μην απλώνει εύκολα το χέρι να λάβει. Είδα ενενηκοντούτη, πριν βγει η αγροτική σύνταξη, να σκάβει το αμπέλι του καθισμένος σε σκαμνί. "Τι κάνεις εκεί, μπάρμπα;" "Προσπαθώ να καλλιεργήσω τον αμπελώνα μου, γιατί δεν έχω άλλον πόρο εκτός από το κρασί". Είδα μοναχό πέρα από τα ενενήντα να βάζει βία στη διακονία του Μοναστηρίου και θαύμασα τον άνθρωπο που έχει βία διηνεκή, κατά τον όσιο Ιωάννη το Σιναΐτη.
Τα ήθη ήταν αυστηρά. Το ξεγλίστρημα δύσκολο, γιατί υπήρχαν φύλακες άγρυπνοι. Η Εκκλησία ανυποχώρητη στα χοντρά λάθη. Ενθυμούμαι, κάποτε κοιμήθηκε(απέθανε) ο πατέρας μιας γυναίκας, που εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη και τα παιδιά της και συζούσε παράνομα. Όταν πήγαμε με τον παπά να σηκώσουμε το νεκρό, ο παπάς ζήτησε να βγει έξω από το σπίτι η μοιχαλίδα, για να εισέλθει ο Σταυρός, τον οποίο κρατούσα και εξήλθε χωρίς άλλη κουβέντα. Της επέτρεψε ν' ακολουθήσει την εκφορά από μακριά κι όχι κοντά στο φέρετρο, όπως συνηθιζόταν, και της απαγόρεψε να εισέλθει στο ναό την ώρα της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Στα εννιάμερα έφερε να διαβαστούνε κόλλυβα του πατέρα της. Ήταν ώρα Εσπερινού, παραμονή Θεοφανίων, και δεν έμπαινε στην Εκκλησία παρά το δριμύ ψύχος. Όταν τέλειωσε, βγήκα έξω και της λέγω: "Δεν κρυώνεις να μπεις μέσα;" "Δεν κάνει, παιδί μου, πάρε τα κόλλυβα και δώσ' τα στον παπά να τα διαβάσει". Αχ, αυτή ή ελαστικότητα της Εκκλησίας σήμερα, καθόλου δεν βοηθά τον κόσμο.
Διαζύγια ένα-δύο άκουσα στα παιδικά μου χρόνια. Τώρα οι περισσότεροι γάμοι δε χρονίζουν. Υπήρχαν οικογένειες που ήταν Εκκλησιές, πιο αυστηρές από τα Μοναστήρια. Κατ' αρχήν σέβονταν τον εαυτό τους. Κανείς δεν περιφερόταν ημίγυμνος, δεν προκαλούσε ο ένας τον άλλον. Δεν επιτρέπεται να κοιμόμαστε ξέσκεποι, γιατί διώχνουμε το φύλακα άγγελο, έλεγε ή μάννα.
Τραγούδια δεν ακούγονταν. Κι αν κάποια κόρη τραγουδούσε την αγάπη της, το έκανε σεμνά κι όχι με ξετσιπωσιά. Άκουσα κόρη να τραγουδά τον εραστή της, την ώρα που σαλπάριζε το καράβι, και νόμιζα πως ψάλλει χερουβικό. Ήταν μια προσευχή και μια ευχή να γυρίσει με της Παναγιάς την προστασία.
Τα μεσημέρια, που νανούριζαν τα μωρά, ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα, συνήθως το καλοκαίρια, τα τραγούδια της κούνιας, που ήταν σαν τροπάρια Αγίων.
Ήταν σαν αγγελικός χορός, γιατί ή μάνα ή η μάμμη τραγουδούσε το μικρό της με όλον το πόθο της ψυχής της. Δεν έλειπαν από τα τραγούδια τα ονόματα της Παναγίας και του Χριστού μας.
Έκαναν οικογενειακά γλέντια τις καλές ήμερες, αλλά χωρίς να χάνουν την ιδιότητα του ανθρώπου και του ορθοδόξου χριστιανού. Σήμερα τα παιδιά κοιμούνται και παίζουνε με τα μπουζούκια. Καμιά μάνα δεν τραγουδά αιγαιοπελαγίτικους σκοπούς. Κι αν τραγουδήσει, θα πει της εποχής τα άνοστα κι έξαλλα τραγούδια. Για αυτό καλά θα κάνει να σιωπά.
Οι νηστείες τηρούνταν απ' όλους. Εξαίρεση αποτελούσαν αυτοί που δε νήστευαν. Τώρα σπανίζουν αυτοί που νηστεύουν. Και το τριήμερο της Μ. Τεσσαρακοστής ήταν γνωστό στους ευλαβείς νησιώτες. Έπαιρναν ψωμί για τη δουλειά και το γύριζαν άθικτο. "Τι το θες, χριστιανέ μου, του έλεγε ή γυναίκα, και το παίρνεις;" "Για το λογισμό, απαντούσε ο σύζυγος". Όλη η Μ. Τεσσαρακοστή περνούσε με αλαδία. Για την Κυριακή έβαζαν από το Σάββατο το βράδυ ρεβίθια στο φούρνο, για να έχουν ξεγνοιασιά από το φαγητό την Κυριακή στην Εκκλησία".

*Συνεχίζεται