Αναγνώστες

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Καλή επιτυχία στις Πανελλαδικές!

Ὁ ἅ­γιος Πορ­φύ­ριος (1906-1991) φα­νέ­ρω­σε στὴν ἐ­πο­χή μας μὲ πο­λὺ δυ­να­μι­κὸ τρό­πο τὴ γνή­σια μορ­φὴ τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ ἀν­θρώ­που. Δί­δα­ξε μὲ ἔρ­γο καὶ λό­γο. Μὲ τὴ δι­α­κρι­τι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρά, τήν ἤ­ρε­μη δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὰ ἀ­να­ρίθ­μη­τα θαύ­μα­τά του ἔ­γι­νε ὁ­δη­γὸς πο­λύ­τι­μος στὰ δύ­σκο­λα μο­νο­πά­τια τῆς ἐ­πο­χῆς μας.
Συ­νέ­βη κά­πο­τε νὰ τα­ξι­δεύ­ει ἀ­πὸ Θεσ­σα­λο­νί­κη γιὰ Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἔ­φτα­σε ὅ­μως στὸν σταθ­μὸ λε­ω­φο­ρεί­ων κα­θυ­στε­ρη­μέ­να. Δὲ βρῆ­κε εἰ­σι­τή­ριο καὶ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ τα­ξι­δέ­ψει ὄρ­θιος. Δί­πλα του κα­θόν­του­σαν κά­ποι­οι νε­α­ροὶ ποὺ ἀ­στε­ϊ­ζόν­του­σαν με­τα­ξύ τους καὶ γε­λοῦ­σαν. Ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά τους ἐ­ξόρ­γι­σε ἕ­ναν ἐ­πι­βά­τη, ποὺ δὲν κρα­τή­θη­κε καὶ ἐ­πέ­πλη­ξε τοὺς νε­α­ρούς, ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­παν ὄρ­θιο μπρο­στά τους ἕ­να γέ­ρον­τα ἱ­ε­ρέ­α καὶ ἐν τού­τοις συ­νέ­χι­ζαν νὰ κά­θον­ται ἀ­δι­ά­φο­ροι. Πα­ρὰ τὴν ἐ­πί­πλη­ξη ὅ­μως οἱ νε­α­ροὶ πα­ρέ­μει­ναν ἀ­συγ­κί­νη­τοι καὶ κα­νέ­νας δὲν ση­κώ­θη­κε νὰ δώ­σει τὴ θέ­ση του.
Τό­τε ὁ ὀρ­γι­σμέ­νος ἐ­πι­βά­της ση­κώ­θη­κε καὶ πα­ρα­χώ­ρη­σε τὴ δι­κή του θέ­ση στὸν γέ­ρον­τα Πορ­φύ­ριο. Ἐ­κεῖ­νος τὸν εὐ­χα­ρί­στη­σε, ἀλ­λὰ δὲν δέ­χτη­κε νὰ κα­θί­σει. Τα­ξί­δε­ψε ὄρ­θιος μέ­χρι τὴν Ἱ­ε­ρισ­σό (δύ­ο ὧ­ρες πε­ρί­που). Ὅ­ταν κα­τέ­βη­καν, ὁ ἐ­πι­βά­της τὸν ρώ­τη­σε για­τί δὲν δέ­χτη­κε τὴ θέ­ση ποὺ τοῦ πρό­σφε­ρε.
-  Ἔ­κα­μα μιὰ θυ­σί­α γιὰ τὰ παι­διά, ἀ­πάν­τη­σε  ὁ γέ­ρον­τας.
Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν κα­τά­λα­βε τὰ αἰ­νιγ­μα­τι­κά του λόγια. Ὁ ἅ­γιος τό­τε τοῦ ἐ­ξή­γη­σε:
-  Δὲν ἔ­κα­νες κα­λὰ ποὺ μά­λω­σες τὰ παι­διά. Ἔ­κα­μαν βέ­βαι­α μιὰ κα­κὴ πρά­ξη: Ἄ­φη­σαν ὄρ­θιο ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο καὶ δὲν τοῦ πα­ρα­χώ­ρη­σαν ἀ­πὸ μό­να τους τὴ θέ­ση, ὅ­πως θά ’­πρε­πε. Ἂν λοι­πὸν ση­κώ­νον­ταν ὅ­ταν τὰ κα­τσά­δια­σες καὶ κα­θό­μουν ἐ­γὼ στὴ θέ­ση τους, ἢ ἂν δε­χό­μουν τὴ θέ­ση ποὺ μοῦ πρό­σφε­ρες ἐ­σύ, τὰ παι­διὰ δὲν θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν τὴν κα­κὴ πρά­ξη τους. Ἀν­τί­θε­τα θὰ ἔ­νοι­ω­θαν δι­και­ω­μέ­να, ἀφοῦ, εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς, θὰ εἶχε τακτοποιηθεῖ τὸ θέμα. Τώ­ρα ὅ­μως ποὺ ἔ­μει­να ὄρ­θιος καὶ μ’ ἔ­βλε­παν μπρο­στά τους τό­σες ὧ­ρες, ση­κώ­θη­κε ἡ ἴ­δια ἡ συ­νεί­δη­σή τους ἀ­πὸ μέ­σα τους καὶ σι­ω­πη­λὰ τὰ κα­τη­γό­ρη­σε γιὰ τὴν πρά­ξη τους. Μό­νο ἔ­τσι μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νὰ σω­θεῖ: ὅ­ταν δι­ορ­θώ­νε­ται, ἐ­πει­δὴ τὸν κα­τη­γο­ρεῖ, ὄ­χι ὁ ἄλ­λος ἀ­π’ ἔ­ξω, ἀλ­λὰ ἡ συ­νεί­δη­σή του ἀ­πὸ μέ­σα.


Ὁ κα­λύ­τε­ρος ὁ­δη­γὸς δη­λα­δὴ εἶ­ναι ἡ συ­νεί­δη­ση. Ἕ­νας δά­σκα­λος ποὺ τὸν ἔ­βα­λε στὴν καρ­διὰ τοῦ ἀν­θρώ­που ὁ Θε­ός.
Ἂς ἔλ­θου­με τώ­ρα καὶ σὲ σέ­να…  
Βρί­σκε­σαι πρὸ τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων. Δι­ά­βα­σες, κα­ταρ­τί­στη­κες, ἑ­τοι­μά­στη­κες. Ἀ­πὸ μι­κρὸ παι­δὶ δὲν κά­νεις ἄλ­λη δου­λειά, ἀ­π’ τὸ νὰ τρέ­χεις ἀ­πὸ δά­σκα­λο σὲ δά­σκα­λο γιὰ νὰ δι­δα­χτεῖς. Πέ­ρα­σες ἀ­πὸ πολ­λοὺς δα­σκά­λους. Πῆ­ρες μα­θή­μα­τα πολ­λά.
Ἀ­νά­με­σα στοὺς τό­σους δα­σκά­λους ποὺ ἐ­πέ­λε­ξες νὰ σὲ μορ­φώ­σουν, συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ἄ­ρα­γε καὶ ὁ δά­σκα­λος ποὺ ἔ­βα­λε μέ­σα σου ὁ Θε­ός; Τί μα­θή­μα­τα σοῦ ἔ­δω­σαν οἱ δά­σκα­λοί σου ἀ­π’ τὸ νη­πι­α­γω­γεῖ­ο μέ­χρι τώ­ρα; Σί­γου­ρα πῆ­ρες γνώ­σεις πολ­λές. Ἔ­λα­βες ὅ­μως καὶ μα­θή­μα­τα ἀν­θρω­πιᾶς;
Κα­λὲς οἱ γνώ­σεις. Ἀ­πα­ραί­τη­τες. Μὰ πιὸ ἀ­πα­ραί­τη­τα εἶ­ναι τὰ μα­θή­μα­τα ἀν­θρω­πιᾶς. Ποὺ σὲ κά­νουν ὄν­τως ἄν­θρω­πο. Οἱ γνώ­σεις μό­νο, χω­ρὶς μα­θή­μα­τα ἀν­θρω­πιᾶς, μπο­ρεῖ νὰ σὲ κά­νουν ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πάν­θρω­πο. Μη­χα­νή. Ρομ­πότ. Ὀ­λο­θρευ­τή.
Γι’ αὐ­τὸ χρει­ά­ζε­ται καὶ ὁ δά­σκα­λος ποὺ δι­ο­ρί­ζε­ται ἀ­π’ τὸν Θε­ὸ στὸ σχο­λεῖ­ο τῆς ψυ­χῆς σου. Ἡ συ­νεί­δη­ση. Γιὰ νὰ σὲ δι­δά­ξει καὶ κα­λὰ μα­θή­μα­τα. Νὰ σοῦ δώ­σει καὶ μιὰ ἄλ­λη παι­δεί­α. Νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σει στα­δια­κά καὶ στοὺς ἄλ­λους δα­σκά­λους ποὺ ἄ­φη­σε στὸ πό­δι του ὁ Χρι­στός: «Τοὺς ἀ­σφα­λεῖς καὶ θε­ο­φθόγ­γους κή­ρυ­κας», τοὺς σο­φοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους τοῦ Θε­οῦ κά­θε ἐ­πο­χῆς, ποὺ ἐμ­φο­ρού­με­νοι ἀ­πὸ θε­ϊ­κὸ πνεῦ­μα, ἀ­λή­θεια καὶ ἀ­γά­πη, με­τα­φέ­ρουν μέ­χρι ἐ­σέ­να καὶ μέ­να τὰ «γράμ­μα­τα» καὶ τὰ «πράγ­μα­τα» τοῦ Θε­οῦ, τὸν τρό­πο δη­λα­δὴ γιὰ νὰ γί­νου­με οἱ ἀ­λη­θι­νοὶ ἄν­θρω­ποι ποὺ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν ὁ Θε­ός, ὅ­ταν μᾶς ἔ­πλα­θε. Σὰν τὸν ἅ­γιο Πορ­φύ­ριο. Καὶ ἀφοῦ ὁ Θεὸς διορίζει δασκάλους, ὁρίζει καὶ ἐξετάσεις.
Κά­πο­τε λοι­πὸν θὰ μᾶς ἐξετάσει καὶ ὁ Θε­ός. Δὲν θά ’θε­λες νὰ πε­ρά­σεις καὶ τότε; Οἱ τω­ρι­νές σου ἐ­ξε­τά­σεις, μπρο­στὰ σ’ ἐ­κεῖ­νες τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι μιὰ λε­πτο­μέ­ρεια. Δὲν ἀ­ξί­ζει νὰ ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­σαι μό­νο σ’ αὐ­τές. Κιν­δυ­νεύ­εις γιὰ ἕ­να δέν­τρο νὰ χά­σεις τὸ δά­σος. Δὲν θά ’­ναι κρί­μα;
Στὶς ἐ­ξε­τά­σεις τοῦ Θε­οῦ, μὰ καὶ σὲ τοῦ­τες τώ­ρα τὶς ἐ­ξε­τά­σεις σου καὶ σὲ κά­θε καλὸ ἐγ­χεί­ρη­μα στὴ ζω­ή σου, εὔ­χο­μαι νά ’­χεις πάν­τα μιὰ πο­λὺ με­γά­λη καὶ
Κ Α Λ Η   Ε Π Ι Τ Υ Χ Ι Α !

π. Δημήτριος Μπόκος

Μάιος 2015 

Οι γενιές που έτρεφαν αγίους (τελευταίο)


"Το απόγευμα η καμπάνα του 'Εσπερινού ήταν για όλους σημείο - κλείσιμο της ημέρας. O ζευγολάτης σταματούσε τα βόδια και με το ένα χέρι βαστούσε την όχδερη και με το άλλο σταυροκοπιότανε κοιτάζοντας προς το χωριό. Και ήξερε πόσες σφύρες χωράφι έχει να κάνει ακόμα έως ότου νυχτώσει. Και ο βοσκός ξεσαλάγιαζε τα ζωντανά του για να πλησιάζει στο χωριό. 
Η μάνα με τη μάμη που αυτή την ώρα συνήθως εργοχειρούσαν, όταν άκουγαν διπλοκάμπανο έλεγαν: "Απόψε έχει είσοδο ο Άγιος, είναι σχόλη αύριο", και μάζευαν το εργόχειρο. Χρειάστηκε να έρθω στο Άγιο Όρος, για να καταλάβω την κουβέντα της γιαγιάς μου, έχει είσοδο ο άγιος. 
Και η μέρα έκλεινε πάντα με προσευχή μπροστά στις άπειρες εικόνες του σπιτιού. Το προσκυνητάρι της οικογενείας ήταν στο δωμάτιο των γονιών. Ούτε στο χωλ, ούτε στην κουζίνα. Εκεί άναβε το καντήλι και κάπνιζε το λιβανιστήρι. Κάθε κόρη, για να παντρευτεί, έπρεπε μαζί με όλα τ΄άλλα να έχει προικιό καντήλι, μπρούτζινο λιβανιστήρι, σφραγίδα για τα πρόσφορα και εικόνες. Ο γαμπρός γινότανε δεκτός στο σπίτι με την εικόνα του. Κι η πεθερά παρέδιδε στη νύφη την εικόνα με λειτουργική ευλάβεια, όπως την παρέλαβε και κείνη. "Αυτή η εικόνα, νύφη, θέλει ευλάβεια. Θα την πηγαίνεις στη γιορτή της στην Εκκλησιά, θα λειτουργείται, και θα την γιορτάζεις πάντοτε με αρτοκλασία. Το θέλει η εικόνα, ο Άγιος. Μην το αμελήσεις, θα πάθεις κακό". Πίσω απ' αυτό το οικογενειακό εικόνισμα γράφονταν οι γεννήσεις των παιδιών. 
Τα περισσότερα μάλιστα σπίτια, επειδή το χωριό είχε πολλές Εκκλησιές, κληρονομούσανε ν' ανάβουν κι από ένα καντήλι. Αν πήγαινε άλλος να βάλει λάδι στο καντήλι, έπρεπε να πάρει άδεια από το δικαιούχο. Και αυτό ήταν μια άτυπη αλλά σεβαστή από όλους παράδοση. Έτσι κάθε σούρουπο, που φαινόταν ο αποσπερίτης, το χωριό γινότανε μοναστήρι. Κάθε νοικοκυρά με το ροΐ στο χέρι πήγαινε στην Εκκλησιά, ν' ανάψει το καντήλι. Και ήταν το θέαμα εξαίσιο. Η μάνα με τις τρύπιες παντούφλες, την φθαρμένη ζακέτα και τη χιλιομπαλωμένη ποδιά, μαντηλωμένη, για να φυλαχθεί από το βραδινό ψύχος, να βαστά λάδι από το υστέρημα της, για να το προσφέρει στον άγιο. Οι Εκκλησιές ήταν όλες ανοιχτές, τα καντήλια αναμμένα και το θυμιατό στο σολέα του ιερού ανέδιδε την ευωδία του μοσχοθυμιάματος κάθε βράδυ, κάθε μέρα. Τι άλλο θέλει να δη ή ψυχή, για να τραφεί πνευματικά;

Και όλες εκείνες οι άγιες εικόνες ήταν χάρμα οφθαλμών. Κρητικής τεχνοτροπίας, ιστορημένες στα βασανισμένα χρόνια της σκληρής σκλαβιάς. Μ' ένα απλό κοίταγμα διασταυρώνονταν τα μάτια με του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων. Σου απορροφούσαν όλη την προσοχή. Δε χόρταινες να τις βλέπεις. 
Ο μπάρμπα-Γιώργης ο Χατζής μου έλεγε: "Να δω πότε θα 'ρθω στο Μοναστήρι του πάππου σου, να σταθώ στην εικόνα του Θεολόγου, να με κοιτάξει, να τον κοιτάξω". Χάζευε ο νους σου στου Θεού τα πράγματα. Χαρά ήθελες; Τη λάβαινες. Παρηγοριά; Ακόμα περισσότερη. Έτσι οι άνθρωποι που έβλεπαν τις αγίες αυτές εικόνες είχαν ειρήνη κι ομορφιά, που φαινότανε στο πρόσωπο τους, κι ας ήταν ηλιοκαμένοι και θαλασσοδαρμένοι και ταλαιπωρημένοι.
Γινόταν έργο η ευχή «Σημειωθήτω έφ' ημάς, Κύριε, το φως του προσώπου σου». Ρώτησα μία γερόντισσα, πώς πήγε η επέμβαση στα μάτια της, και μου απάντησε: "Το ένα μόνο μου χάρισε φως, για να βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων και να δοξάζω το Θεό". Εμείς δύσκολα μπορούμε να κάνουμε σήμερα μια τέτοια ομολογία. Τώρα οι άνθρωποι βλέπουνε τέρατα στις τηλεοράσεις και αγρίεψαν, έγιναν θηριοπρόσωποι. Δεν ελπίζουν πια στους αγίους. Το είναι τους είναι αφημένο στα χρήματα και στους τάχατες μεγάλους.


Μεγαλώνοντας μέσα σ' αυτό το κλίμα, με πολλή προθυμία βοηθούσαμε τους καταπονημένους γονείς μας. Προσπαθούσαμε, όσο πιο πολλά μπορούσαμε να κάνουμε, για να τους ανακουφίσουμε από τους καμάτους της αγροτικής και ποιμενικής ζωής. 
Προσέχαμε την απροθυμία και την αντιλογία. Ο Γέροντας Φιλόθεος πολλές φορές με διαβεβαίωσε, πως αυτά τα δύο σταυρώνουν τους γονείς και τους οργίζουν. Τα παιδιά μεγαλώναμε μέσα στις Εκκλησίες, κάτω από τα καμπαναριά. Να στολίσουμε στα πανηγύρια την Εκκλησία που γιορτάζει, να ψάλουμε, να διαβάσουμε, να κοινωνήσουμε. Τα παιγνίδια μας ήταν στις αυλές του Κυρίου, κάτω από τα καμπαναριά των Εκκλησιών. 
Τόση ήταν ή επίδραση της εκκλησιαστικής ζωής στις παιδικές μας ψυχές, που μετά από κάθε λειτουργία και τελετή, στους δικούς μας χώρους, αντί για παιγνίδια, κάναμε λειτουργίες και λιτανείες με όλους τους ιερατικούς βαθμούς, κι όλες τις αντίστοιχες λεπτομέρειες. Αντί για αλλά δώρα, προτιμούσαμε επιτραχήλια και ράσα. Οι βαπτίσεις στη θάλασσα χειμώνα-καλοκαίρι ήταν μέσα στο πρόγραμμα.
Όλη ή ζωή του νησιώτη γύρω από την Εκκλησία εξελισσόταν. Γι' αυτό έτρωγε ψωμί και κρεμμύδι, για να χτίσει εκκλησίες και καμπαναριά. Και δεν έκτιζε τις εκκλησίες ό νησιώτης για να εξαλείψει αμαρτίες κατά το «μία αμαρτία - μία εκκλησία». Το κτίσιμο των εκκλησιών δεν ήταν μόνο επιτίμιο πνευματικό. Ήταν και ευλάβεια στο Θεό, ευχαριστία στον Άγιο για τις θαυματουργίες του, ή ήτανε και θεία υπόδειξη και αποκάλυψη...."

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Οι γενιές που έτρεφαν αγίους (3η συνέχεια)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ - ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΠΟΡΕΙΑ

Χρόνια κλώθω στη σκέψη μου, σαν τη νοικοκυρά που γνέθει το μαλλί στην ηλακάτη, αυτό που διάβασα κάποτε σ' ένα βιβλίο, γραμμένο από ένα κρυστάλλινο μυαλό, που δεν ήταν θεολόγος, αλλ' άνθρωπος που αγαπούσε του τόπου μας τις ομορφιές. 
"Κάθε Μονή είναι το μεγάλο Μοναστήρι, όπου όλα είναι απόλυτα, όλα γίνονται με ακρίβεια, χωρίς οικονομίες και παρεκκλίσεις. Είναι ο παράδεισος, που καλλιεργεί τις αρετές ως τη μοναδική του επιδίωξη. Είναι το ιερό βήμα του τόπου που στέκεται. Είναι η κατάπαυση των ανθρώπων. Εκεί κανείς σαββατίζει από τα του κόσμου βάσανα και προσμένει την ογδόη ήμερα. Το σπίτι, η οικογένεια, είναι το μικρό μοναστήρι, που με μια ελάχιστη διαφορά προσπαθεί να βιώνει τη ζωή του μεγάλου Μοναστηρίου. Νηστεύει, προσεύχεται, λειτουργείται, εργάζεται όπως το μεγάλο Μοναστήρι. Στην καθημερινή του ζωή αυτό έχει πρότυπο και προσπαθεί να του μοιάσει. Εκεί καθρεπτίζεται, οσάκις θέλει να καμαρώσει την ομορφιά του.
Ο πατέρας είναι ο Γέροντας του σπιτιού, που όλοι τον υπακούνε, και η μάνα οικονόμισσα του σπιτιού, που όλοι τη σέβονται και την αγαπάνε. Δε χάνεται η πατρότητα κι η αρρενωπή αγάπη του πατέρα μέσα στα χάδια, τις τρυφερότητες και συμπάθειες της μάνας. Ο πατέρας δεν καταντάει κουβαλητής μόνο του σπιτιού, γιατί η οικογένεια δε στοιχίζεται στου γείτονα τα ξενικά φερσίματα (δεν ακούς, έτσι κάνει κι ο γείτονας) αλλά στην αγία παράδοση του Μοναστηριού, σε δοκιμασμένο τρόπο ζωής. 
Κι έλεγε κείνο το κρυστάλλινο μυαλό: "Όλες οι προσπάθειες των πνευματικών ανθρώπων πρέπει να αποβλέπουνε στη συντόμευση της απόστασης μεταξύ Μονής και οικογένειας, στη γεφύρωση τον χάσματος, ώστε οι λαϊκοί και οι μοναχοί να ζούνε πολύ κοντά και μάλιστα χωρίς να προσπαθούνε να κάνουν οπαδούς, ούτε οι μοναχοί, ούτε οι πνευματικοί ταγοί, αλλά συμπόρευση στη Βασιλεία των ουρανών".
Αυτό το γεφύρωμα, την παράλληλη πορεία, την έζησα πέρα για πέρα στα παιδικά μου χρόνια. Γι' αυτό κι όταν εισήλθα στο Μοναστήρι, δε δυσκολεύτηκα καθόλου, ούτε να υπακούω, ούτε να αγρυπνώ, ούτε να νηστεύω, ούτε να διακονώ. Είδα το Μοναστήρι ως φυσική απόληξη των παιδικών μου χρόνων. Μου φάνηκαν από την αρχή όλα όμορφα και πανεύκολα. Ήταν ασέβεια να παρακούσω τον πατέρα, όπως οί μοναχοί το Γέροντα στο Μοναστήρι. Και ήταν αγνωμοσύνη μεγάλη να μη σεβαστώ τη μάνα που θυσιαζόταν για όλους.
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ - ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Αν ο ιερέας συναντούσε κάποιες λειτουργικές ή ποιμαντικές δυσκολίες, με πολλή εμπιστοσύνη αποτεινότανε στο Μοναστήρι. Όταν κοιμήθηκε κάποιος που τον κατηγορούσανε για μασόνο, ο παπάς αποτάθηκε στο Μοναστήρι, αν πρέπει να κάνει κηδεία. Δεν το αποφάσιζε μόνος του. Και σε βεβαρημένες περιπτώσεις εξομολογήσεων τους παρέπεμπαν στο Μοναστήρι. Δεν έπαιρναν ευθύνη. Άλλωστε στη συνείδηση των Παριανών κατ' εξοχήν πνευματικός είναι ο ηγούμενος ή ο παπάς του Μοναστηριού.
Η εκκλησιαστική ζωή στο χωριό ήταν πιστό αντίγραφο του Μοναστηριού. Ο Όρθρος κι ο Εσπερινός τηρούνταν απαρασάλευτα. Αν στην ώρα δε χτυπούσε η καμπάνα, όλοι ρωτούσαν: "Λείπει ο παπάς; Είναι άρρωστος; Γιατί δε χτύπησε Εσπερινό;" Ο Εφημέριος του χωριού ήτανε πάντα ο παπάς μας, ο δικός μας παπάς, όποιος κι αν ήτανε. Έτσι η αγαπητική διάθεση για τον παπά εξαφάνιζε την ιεροκατηγορία. Αν κάποιος έλεγε κάτι κακό κατά του παπά, άκουγε την επιτιμητική απάντηση: "Εκεί που στέκεται ο παπάς, εμείς δεν μπορούμε να σταθούμε".
Σ' όλες τις ακολουθίες, τις καθημερινές λειτουργίες και τις προηγιασμένες έψελναν γυναίκες, που αν και ήταν απαίδευτες, διάβαζαν κι έψαλλαν σωστά, και μάλιστα διατηρούσαν το πομπώδες ύφος της Ανατολής, η φωνή τους γέμιζε τους θόλους των Εκκλησιών. Από τα βαθιά χαράματα, παρά τις υποχρεώσεις τους, βρίσκονταν στις Εκκλησίες, σαν τις Μυροφόρες στον τάφο του Χριστού. Και τα παιδιά δεν απουσιάζαμε από το χορό τους. Από αυτές έμαθα και να ψάλλω και να διαβάζω και να γονατίζω και να προσκυνώ και να σταυροκοπιέμαι, πότε να στέκομαι όρθιος και πότε να κάθομαι. Ήξεραν πότε πρέπει να κάμουν σταυρό και ήταν πάντα το χέρι έτοιμο να σταυροσημειωθούνε. Κουπί το χέρι για σταυρό στην ακολουθία. Το άκουσμα Χριστός, Παναγία, όνομα αγίου, είχε σταυρό. Και καθετί που πράττανε, δεν το έκαναν γιατί απλά έτσι το παρέλαβαν, έτσι το είδαν στους παλιούς, αλλά είχανε βαθιά επίγνωση των τελουμένων στο χώρο της Εκκλησίας.
Ποιος μεταλάμβανε, χωρίς να συνδιαλλαγεί με τον αδελφό του; Είτε έφταιγε Είτε όχι, η μετάνοια γινότανε βαθιά. Ποια γιαγιά δε στεκότανε σεβίζουσα στον Εξάψαλμο και στον Προοιμιακό και δε μετάνοιζε στην «Τιμιωτέρα»; Τώρα μήτε όρθιοι στέκονται. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει καθίσματα, αλλά στασίδια, λίγο ν' ανακούφισεις τη μέση σου. Η ορθία στάση ήταν πάντα η στάση της προσευχής.
Κι ο χαιρετισμός μεταξύ των ανθρώπων πόση χαρά είχε! Αν δε χαιρετούσες, δεν καλημέριζες τον πλησίον σου και τον αδελφό σου, ήτανε λόγος αποχής από τη θεία Κοινωνία! Κι εκείνος ο πασχαλιάτικος χαιρετισμός, "Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη!", πόσο μεγαλείο είχε! Οι βαρύτονες φωνές του γεωργού και του ψαρά έκαναν τα βουνά και τις θάλασσες ν' αντιλαλούν το "Χριστός ανέστη!" και το "Αληθώς ανέστη!" Και αυτό σαράντα μέρες διαλαλείτο από τους πιστούς. Και τώρα, μια μέρα και μόλις ακούγεται. Λες, "Χριστός ανέστη!" και παίρνεις την ελεεινή απάντηση, "Χρόνια πολλά". Άραγε θα γυρίσουνε τα χρόνια και θα έρθουν οι καιροί της χαράς και της αγάπης; Κι ο ασπασμός όλων των ανδρών στην προσκύνηση του Ευαγγελίου την ημέρα του Πάσχα ήταν κάτι ξεχωριστό και μια ζεστασιά μεταξύ των ανθρώπων. Τώρα νεκρική παγωνιά. Ντουβάρια σηκώσαμε μεταξύ μας. Μήτε χαιρετιόμαστε, μήτε ασπαζόμαστε.
Γνώριζαν στην Απόλυση να κατεβαίνουν από τα στασίδια. Ήταν ώρα αρχοντιάς. Έπρεπε να αφανιστεί κάθε λογισμός αντιπαλότητας και να έρθει ο ένας κοντά στον άλλο και όλοι μαζί κοντά στον παπά, για να αποχαιρετιστούνε με τον παπά, μεταξύ τους, και με τους Αγίους. Ήτανε ή ώρα της μεγάλης ευχής, της μεγάλης αίτησης, το μεγάλο παρακάλιο του παπά, όλοι οι Άγιοι να δεηθούνε, να μας ελεήσει ο Θεός. Πόσο φτωχή είναι αυτή ή ευχή της Απολύσεως, όταν μνημονεύονται ελάχιστοι Άγιοι! "Μνημόνευε, έλεγαν οι παλιοί παπάδες, όλους τους Αγίους, από τους πρώτους μέχρι τους νεωτέρους, για να αποδεικνύεται πως το Πνεύμα το Άγιο υπάρχει πάντα στην Εκκλησία και αναδεικνύει Οσίους και Μάρτυρες. Κανένας δεν έστρεφε προς την πόρτα, αν δεν άκουγε το «Δι' ευχών». Άκουσα γυναίκα να παρατηρεί το σύζυγο της, που έφυγε πριν το «Δι' ευχών» από τη Λειτουργία με τα εξής λόγια: "Έφυγες προ του «Δι' ευχών» σαν τον Ιούδα, που έφυγε πριν τελειώσει το μυστικό τραπέζι και μπήκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, για να παραδώσει το Χριστό. Ιούδας λοιπόν ο αποχωρών προ της Απολύσεως.
Μια εικόνα ακόμα, που διατηρώ πολύ ζωντανή στη θύμηση μου, είναι ο τρόπος που εκκλησιάζονταν ορισμένες απλές ψυχές. Ούτε στους μοναχούς δε συνάντησα τόση αληθινή παρουσία στη λατρεία. Αυτοί οι ευλογημένοι, παρά το γήρας τους, έστεκαν στηριγμένοι στο ροζιάρικο ραβδί τους μπροστά στο σολέα, σα να ήτανε πρώτη φορά που άκουγαν θεία Λειτουργία. Με ανοιχτό το στόμα κι ορθάνοιχτα μάτια, καρφωμένα κυριολεκτικά στο θυσιαστήριο, παρακολουθούσαν τα τελούμενα. Τα ηλιοκαμένα και θαλασσοδαρμένα τους πρόσωπα έλαμπαν από χαρά. Όταν κάποιος παπάς στο χωριό λειτουργούσε πολύ πρωί και σχεδόν κάθε μέρα, και δινόταν έτσι ή δυνατότητα στον εργαζόμενο να παρακολουθήσει τη θεία Λειτουργία, άκουσα αγρότη, μόλις κάθισε στο γαϊδουράκι του, να μονολογεί τα εξής σταυροσημειούμενος: "Δόξα τω Θεώ, άκουσα και σήμερα τη Λειτουργία!. Μεγάλο πράγμα να λειτουργείσαι κάθε μέρα. Γίνεσαι και συ Άγιο Βήμα, Ιερό θυσιαστήριο. Κύριε, μη μου το στερήσεις".

Το Μοναστήρι στο οποίο αναφέρεται ο Ηγούμενος Γρηγόριος είναι η ανδρώα Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας:
Στον δρόμο μεταξύ Παροικιάς και Νάουσας της Πάρου βρίσκεται η ανδρική Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας, μια από τις σπουδαιότερες μονές του 19ου και του 20ου αιώνα στην Ελλάδα, ενώ ηγούμενός της, για πολλές δεκαετίες μέχρι την κοίμησή του, το 1980, υπήρξε ο μακαριστός όσιος γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος.
Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1638 από τον πρόκριτο της Ναούσης Χριστόφορο Παλαιολόγο (το Καθολικό κτίσθηκε το 1657).
Το 1652 η μονή της Λογγοβάρδας έγινε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή. Πέρασε σκληρές δοκιμασίες ώστε στα 1800 με 1825 να ερημωθεί και να εγκαταλειφθεί. Αλλά η θεία πρόνοια παρουσίασε νέους κτίτορες: τον Φιλόθεο Γεωργίου και τον Ιερόθεο Ιωάννου και τους ανεψιούς του δεύτερου Φιλόθεο και Ιερόθεο Βοσυνιώτες, αδελφούς από την Πελοπόννησο. Η περίοδος αυτή της μονής (1825 - 1930) χαρακτηρίζεται ως ο «χρυσούς αιώνας» της Λογγοβάρδας, όπου έζησαν άγιοι και σοφοί αναχωρητές με ηγουμένους τους ανωτέρω Φιλοθέους καί Ιεροθέους.
Η επόμενη σπουδαία περίοδος της μονής (1930 - 1980) καλύπτεται από την παρουσία και δράση του κορυφαίου ηγουμένου της πατρός Φιλοθέου Ζερβάκου.
Ο όσιος γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος διακρίθηκε για το πνευματικό και φιλανθρωπικό του έργο, ως μια από τις σημαντικότερες μορφές της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα τον 20ο αιώνα. Βοήθησε πολλά παιδιά φτωχών οικογενειών της Πάρου να σπουδάσουν. Και στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, προστάτεψε αντιστασιακούς και συμμάχους, ενώ ήταν εκείνος που έσωσε από την εκτέλεση 125 ομήρους, μεσολαβώντας με αυτοθυσία στον Γερμανό διοικητή. Κάθε χρόνο στο μοναστήρι, στις 23 Ιουλίου, εορτάζεται η ανάμνηση αυτού του γεγονότος, όταν με την μεσιτεία του αγίου γέροντος Φιλόθεου Ζερβάκου, η Παναγία απέτρεψε την εκτέλεση των 125 νέων της Πάρου ως αντίποινα για το σαμποτάζ στο γερμανικό αεροδρόμιο. Επίσης, με την προτροπή του, οι μοναχοί της μονής πολέμησαν στην Αλβανία.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Οι γενιές που έτρεφαν αγίους (Συνέχεια από το προηγούμενο)

 Στα σημερινά σπιτικά, όπου πλάθεται η επόμενη γενιά, την πρωτεύουσα και κεντρική θέση στην καθημερινή ζωή έχει η τηλεόραση και το internet που περνούν φυσικά τα δικά τους μηνύματα και ψευτοϊδανικά. Αλλά και η αγωγή που υποτίθεται πως εμείς οι γονείς δίνουμε στα παιδιά μας είναι απίστευτα εγωκεντρική και ανταγωνιστική. Σύνθημά μας -κι αν δεν το φωνάζουμε με λόγια, πάντως το μαρτυρούν τα έργα μας- είναι η καλοπέραση, το βόλεμα, το κυνήγι του πλούτου και της εφήμερης δόξας. Ακόμα και μέσα σε οικογένειες τάχα χριστιανικές δεν συναναντάς πια αυτό το άδολο πνεύμα ταπείνωσης, αγάπης, πίστης, ασκητισμού που μας περιγράφει πάρα πολύ όμορφα και γραφικά ο Γέροντας Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος, Ηγούμενος της Μονής Δοχειαρίου του Αγίου Όρους, καθώς ανακαλεί και καταθέτει τις αναμνήσεις των παιδικών του βιωμάτων στο νησί του, την Πάρο. Ας πάρουμε μια μικρή γεύση εκείνης της αγνής εποχής, της καθημερινότητας εκείνων των γενεών που ανέτρεφαν Αγίους. (Συνέχεια από το προηγούμενο)
"Κανείς δεν περνούσε μπροστά από Εκκλησία, χωρίς να σταυροκοπηθεί.
Είδα ανθρώπους, μπορώ να πω "άχρηστους", το πρωί που περνούσαν μπροστά από Εκκλησιές, για να φτάσουν στη δουλειά τους, να κάνουν συνέχεια το σταυρό τους. Ήτανε το χωριό μικρό μοναστήρι, που στοιχιζότανε, όχι μόνο στις γιορτές αλλά και στην καθημερινή ζωή, στου μεγάλου Μοναστηριού την ακρίβεια. 
Έφερε μια κόρη τη μάνα της τη Μ. Παρασκευή να προσκυνήσει το Σταυρό. Κι άρχισε η γιαγιά να ζητά να προσκυνήσει όλες τις εικόνες. Νευρικά η κόρη της προσπάθησε να την αποτρέψει κι η γριά μάνα της απάντησε, με λόγια που ποτέ δε θα ξεχάσω: "Εγώ, παιδί μου, που ήρθα στην Εκκλησία σήμερα, δεν είμαι ούτε παπάς να λειτουργήσω, ούτε ψάλτης να ψάλω. Κεριά θ' ανάψω και τις εικόνες θα καταφιλήσω". 
Η ζωή του νησιώτη μπορεί να ήταν περιπετειώδης, ριψοκίνδυνη με τα καράβια, τα ταξίδια και τους άπειρους κινδύνους της θάλασσας, αλλά ήταν θεοφοβούμενος και μπορούσε να λέει το «Ήμαρτον, αλλ' ουκ απέστην από σου, Κύριε». Μου έλεγε ένας σύγχρονος νησιώτης: "Ο πατέρας μου ήτανε πολύ καλός, αλλά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, ήταν πολύ θεοφοβούμενος"(!).
Είχαμε ανθρώπους που διάβαζαν τρία Καθίσματα του Ψαλτηρίου την ημέρα, όπως στα Μοναστήρια, και άλλους να δανείζουν βιβλία μεταξύ τους, όπως οι Βίοι των Αγίων, η Αμαρτωλών Σωτηρία, η Αποστολική Σαγήνη. Και για την Αγία Επιστολή και τον Αγαθάγγελο λόγος να μη γίνεται.
Ο νησιώτης ήταν βιαστής μεγάλος. Αυτό τον βοηθούσε να κρατά αξιοπρέπεια και να μην απλώνει εύκολα το χέρι να λάβει. Είδα ενενηκοντούτη, πριν βγει η αγροτική σύνταξη, να σκάβει το αμπέλι του καθισμένος σε σκαμνί. "Τι κάνεις εκεί, μπάρμπα;" "Προσπαθώ να καλλιεργήσω τον αμπελώνα μου, γιατί δεν έχω άλλον πόρο εκτός από το κρασί". Είδα μοναχό πέρα από τα ενενήντα να βάζει βία στη διακονία του Μοναστηρίου και θαύμασα τον άνθρωπο που έχει βία διηνεκή, κατά τον όσιο Ιωάννη το Σιναΐτη.
Τα ήθη ήταν αυστηρά. Το ξεγλίστρημα δύσκολο, γιατί υπήρχαν φύλακες άγρυπνοι. Η Εκκλησία ανυποχώρητη στα χοντρά λάθη. Ενθυμούμαι, κάποτε κοιμήθηκε(απέθανε) ο πατέρας μιας γυναίκας, που εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη και τα παιδιά της και συζούσε παράνομα. Όταν πήγαμε με τον παπά να σηκώσουμε το νεκρό, ο παπάς ζήτησε να βγει έξω από το σπίτι η μοιχαλίδα, για να εισέλθει ο Σταυρός, τον οποίο κρατούσα και εξήλθε χωρίς άλλη κουβέντα. Της επέτρεψε ν' ακολουθήσει την εκφορά από μακριά κι όχι κοντά στο φέρετρο, όπως συνηθιζόταν, και της απαγόρεψε να εισέλθει στο ναό την ώρα της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Στα εννιάμερα έφερε να διαβαστούνε κόλλυβα του πατέρα της. Ήταν ώρα Εσπερινού, παραμονή Θεοφανίων, και δεν έμπαινε στην Εκκλησία παρά το δριμύ ψύχος. Όταν τέλειωσε, βγήκα έξω και της λέγω: "Δεν κρυώνεις να μπεις μέσα;" "Δεν κάνει, παιδί μου, πάρε τα κόλλυβα και δώσ' τα στον παπά να τα διαβάσει". Αχ, αυτή ή ελαστικότητα της Εκκλησίας σήμερα, καθόλου δεν βοηθά τον κόσμο.
Διαζύγια ένα-δύο άκουσα στα παιδικά μου χρόνια. Τώρα οι περισσότεροι γάμοι δε χρονίζουν. Υπήρχαν οικογένειες που ήταν Εκκλησιές, πιο αυστηρές από τα Μοναστήρια. Κατ' αρχήν σέβονταν τον εαυτό τους. Κανείς δεν περιφερόταν ημίγυμνος, δεν προκαλούσε ο ένας τον άλλον. Δεν επιτρέπεται να κοιμόμαστε ξέσκεποι, γιατί διώχνουμε το φύλακα άγγελο, έλεγε ή μάννα.
Τραγούδια δεν ακούγονταν. Κι αν κάποια κόρη τραγουδούσε την αγάπη της, το έκανε σεμνά κι όχι με ξετσιπωσιά. Άκουσα κόρη να τραγουδά τον εραστή της, την ώρα που σαλπάριζε το καράβι, και νόμιζα πως ψάλλει χερουβικό. Ήταν μια προσευχή και μια ευχή να γυρίσει με της Παναγιάς την προστασία.
Τα μεσημέρια, που νανούριζαν τα μωρά, ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα, συνήθως το καλοκαίρια, τα τραγούδια της κούνιας, που ήταν σαν τροπάρια Αγίων.
Ήταν σαν αγγελικός χορός, γιατί ή μάνα ή η μάμμη τραγουδούσε το μικρό της με όλον το πόθο της ψυχής της. Δεν έλειπαν από τα τραγούδια τα ονόματα της Παναγίας και του Χριστού μας.
Έκαναν οικογενειακά γλέντια τις καλές ήμερες, αλλά χωρίς να χάνουν την ιδιότητα του ανθρώπου και του ορθοδόξου χριστιανού. Σήμερα τα παιδιά κοιμούνται και παίζουνε με τα μπουζούκια. Καμιά μάνα δεν τραγουδά αιγαιοπελαγίτικους σκοπούς. Κι αν τραγουδήσει, θα πει της εποχής τα άνοστα κι έξαλλα τραγούδια. Για αυτό καλά θα κάνει να σιωπά.
Οι νηστείες τηρούνταν απ' όλους. Εξαίρεση αποτελούσαν αυτοί που δε νήστευαν. Τώρα σπανίζουν αυτοί που νηστεύουν. Και το τριήμερο της Μ. Τεσσαρακοστής ήταν γνωστό στους ευλαβείς νησιώτες. Έπαιρναν ψωμί για τη δουλειά και το γύριζαν άθικτο. "Τι το θες, χριστιανέ μου, του έλεγε ή γυναίκα, και το παίρνεις;" "Για το λογισμό, απαντούσε ο σύζυγος". Όλη η Μ. Τεσσαρακοστή περνούσε με αλαδία. Για την Κυριακή έβαζαν από το Σάββατο το βράδυ ρεβίθια στο φούρνο, για να έχουν ξεγνοιασιά από το φαγητό την Κυριακή στην Εκκλησία".

*Συνεχίζεται

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Οι γενιές που έτρεφαν αγίους

             Στα σημερινά σπιτικά, όπου πλάθεται η επόμενη γενιά, την πρωτεύουσα και κεντρική θέση στην καθημερινή ζωή έχει η τηλεόραση και το internet που περνούν φυσικά τα δικά τους μηνύματα και ψευτοϊδανικά. Αλλά και η αγωγή που υποτίθεται πως εμείς οι γονείς δίνουμε στα παιδιά μας είναι απίστευτα εγωκεντρική και ανταγωνιστική. Σύνθημά μας -κι αν δεν το φωνάζουμε με λόγια, πάντως το μαρτυρούν τα έργα μας- είναι η καλοπέραση, το βόλεμα, το κυνήγι του πλούτου και της εφήμερης δόξας. Ακόμα και μέσα σε οικογένειες τάχα χριστιανικές δεν συναναντάς πια αυτό το άδολο πνεύμα ταπείνωσης, αγάπης, πίστης, ασκητισμού που μας περιγράφει πάρα πολύ όμορφα και γραφικά ο Γέροντας Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος, Ηγούμενος της Μονής Δοχειαρίου του Αγίου Όρους, καθώς ανακαλεί και καταθέτει τις αναμνήσεις των παιδικών του βιωμάτων στο νησί του, την Πάρο. Ας πάρουμε μια μικρή γεύση εκείνης της αγνής εποχής, της καθημερινότητας εκείνων των γενεών που ανέτρεφαν Αγίους.

"Μα εκείνο που ομόρφαινε τα βράδια στο νησί μας ήταν οι λεγόμενες βεγγέρες. Οι νύχτες στο σκοτεινό χωριό το χειμώνα ήταν ατέλειωτες και οι λάμπες με το πέντε νούμερο γυαλί λίγο φέγγανε στο εσωτερικό του σπιτιού.
 Κι αυτές ήταν πάντα χαμηλωμένες, να μην κάψουν πολύ πετρέλαιο. Οικονομία παντού. Στο νερό, στα ξύλα, στο φαγητό, στα ρούχα. Πιο παλιά μήτε λάμπες δεν υπήρχαν. Ο βενετσιάνικος λύχνος έφεγγε στη μάννα να εργοχειρίσει. Εκεί, μπροστά στη βενετσιάνικη λουσέρνα, όπως την έλεγαν, συναγμένοι παππούδες, γονείς και παιδιά, διάβαζαν τα συναξάρια των Αγίων, αφηγούνταν θαύματα, θαλασσινές περιπέτειες, τυράγνιες του γένους μας, πειρατικές επιδρομές στο νησί μας, όπως τις άκουσαν από τους παλιούς. 
Κι ήταν όλα μυσταγωγία για μας τα παιδιά. Από μικρός άκουγα το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου, τους πειρασμούς του Μεγάλου Αντωνίου, τα μαρτύρια της Αγίας Βαρβάρας. Έτσι το πρωί, αν ζητούσα κάτι άλλο, έκτος από το παρατιθέμενο, για φαγητό, η γιαγιά μου έλεγε: 
-Δεν άκουσες, παιδί μου, πόσα υπέφερε η Αγία για την αγάπη του Χριστού, κι εμείς λίγη νηστεία δε θα κρατήσουμε; Κι έτσι όχι μόνο νηστεύαμε, αλλά ποθούσαμε τη νηστεία. 
Μ' αυτό τον τρόπο οι απέραντες νύχτες του χειμώνα γινότανε οι ωραιότερες ώρες της ζωής μας. Με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση μνημονεύω όλους αυτούς που συγκροτούσανε αυτή την πνευματική πανδαισία και τους θυμάμαι έναν - έναν και τα ονόματα και τις φυσιογνωμίες τους, αν και πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Ίσως επεκτείνω το κείμενο πέραν του δέοντος, αλλά θεωρώ τον εαυτό μου χρεώστη απέναντι στις ταπεινές αυτές ψυχές, που πολλές φορές διηγούνταν κάποια διήγηση ως κομμάτι αναπόσπαστο από τον εαυτό τους. Σαν να ήταν ή ίδια ή ζωή τους. Άλλωστε όλα αυτά τα θαυμάσια παραμένουν ακατάγραφα και με την πάροδο του χρόνου και τη σημερινή ψυχρότητα και αδιαφορία, σίγουρα θα λησμονηθούνε από τους επιγόνους.
Η γριά Στυλιανή, που 'χε υπό τη φροντίδα της το δισυπόστατο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, διακρινόταν για την ευλάβειά της, τη σοβαρότητα και τη σεμνότητα του ήθους της. Είχε ζήσει για χρόνια στην ξενιτιά, μα τίποτα δεν είχε αλλάξει πάνω της, μήτε ή κόμμωση, μήτε η ενδυμασία. Παλιακιά γυναίκα και στην εμφάνιση και στους τρόπους. Πολλά χρόνια χήρα, μύριζε λιβάνι και κερί. Στις βεγγέρες είχε το δικό της λόγο, που δεν τον άκουσε, αλλά τον έζησε.
Διηγείτο λοιπόν: Την εποχή που η ελονοσία μάστιζε τον κόσμο, βγήκα μια φεγγαρόλουστη νύχτα προς νερού μου. Βλέπω μπρος στα χαλάσματα του σπιτιού μας γέροντα με ψάθινο σκουφάκι να μαζεύει σκουπίδια και κάθε άχρηστο και βρώμικο πράγμα. Τον πλησίασα και σεβαστικά τον ρώτησα: «Τι κάνεις αυτού, Γέροντα;». Και μου αποκρίθηκε: «Καθαρίζω τον τόπο, γιατί όλοι θα απωλεστείτε από τη βρομισιά. Πες στον πρόεδρο, στα στάσιμα νερά να φυτέψει ευκαλύπτους, να καθαρίσει το χωριό και να ρίξει παντού άφθονο ασβέστη». «Ποιος είσαι συ, που τόσο πολύ μας αγαπάς, που και τη νύχτα εργάζεσαι για τη ζωή μας»; «Είμαι αυτός που φροντίζεις και κάθε απόβραδο μου ανάβεις το καντήλι. Γείτονας σας είμαι και δε με γνωρίζεις;». Κι έγινε άφαντος. Πράγματι ή κυρά Στυλιανή είπε στον πρόεδρο ό,τι της συνέστησε ο Άγιος Σπυρίδων. Πολλοί από τους ευκαλύπτους υπάρχουν και σήμερα εις μαρτύριο του θαύματος του Αγίου.
Η οσιότατη Γερόντισσα Παρθενία Ανδρομανάκου κατέθετε την πνευματική της παρηγοριά: "Όταν μόναζα στη Μονή του Χριστού ένα μεγάλο πρόβλημα με απασχολούσε. Δεν ήθελα να προχωρήσω, χωρίς να λάβω πληροφορία. Πήγα στον τάφο του οσίου Αρσενίου. Άφησα την καρδιά μου να ξεχειλίσει και τα μάτια μου να λούσουνε την πλάκα του τάφου του. Στο τέλος της δέησής μου πρόσθεσα, όπως πάντοτε: «Δι' ευχών του οσίου πατρός ημών Αρσενίου». Ευθύς άκουσα φωνή από τον τάφο: «Αμήν, Παρθενία μου!».
Και συνεχίζει ή Γερόντισσα: "Ήκουσα πως στο Άγιον Όρος στις αγρυπνίες κουνούν τους πολυελέους και τα καντήλια, για να έρθει χαρά και από το ουρανό. Στο δικό μας ταπεινό ησυχαστήριο δεν τα σείουμε εμείς, αλλά ο όσιος Φιλόθεος ο Αθωνίτης. Ψάλλαμε αγρυπνία στη γιορτή του οσίου με την αδελφή μου Αναστασία μοναχή, τη χήρα Γαρυφαλιώ Τριπολιτσιώτη και τον ανιψιό μου Μανόλη. Τα πάντα τα είχαμε κλειδωμένα, γιατί ό τόπος είναι έρημος. "Έβαλα στο νου μου να ψάλουμε και λίγους στίχους από τα Ανοιξαντάρια, όπως τα έμαθα από τη μακαρίτισσα μεγάλη Γερόντισσα Παρθενία Μάνδηλα. Ευθύς ως άρχισα, είδα το καντήλι του οσίου να κινείται ρυθμικά μέχρι το τέλος της αγρυπνίας. Λέγω στους άλλους: «Βλέπετε ο Όσιος χαίρεται με την αγρυπνία μας, δέχεται τη δέησή μας». Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ελέησον ημάς.


*Η συνέχεια στο επόμενο!

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

ΖΩΗ




Μανούλα!!
Δεν υπάρχει μια στιγμή της ζωής μου που να μην την αισθάνομαι δίπλα μου.
Ήταν πάντα εκεί... στα πρώτα μας βήματα, στις πρώτες μας κουβέντες που τις κρατάει φυλαχτό στη μνήμη της και στην καρδιά της...στις άπειρες αρρώστιες μας και τα ξενύχτια με τους πυρετούς που γινόταν η δροσιά και η παρηγοριά μας... όταν επιστρέφαμε από το σχολείο, πάντα μας υποδεχόταν στην πόρτα...όταν μελετούσαμε, καθόταν δίπλα μας πλέκοντας και επιβλέποντας διακριτικά...το σπιτικό φαγητό πάντα στην ώρα του, τα ρούχα μας πάντα καθαρά και σιδερωμένα... πάντα με ενδιαφέρον και αγωνία για το κάθε μας σοβαρό ή ελάχιστο πρόβλημα...με την ευχή της και την προσευχή της στις εξετάσεις μας, στα ταξίδια μας, στις δουλειές μας...με τον λόγο τον ωφέλιμο στο στόμα και τον φόβο του Θεού οδηγό της ζωής της.
Ήταν πάντα εκεί κι όταν εμείς φύγαμε για σπουδές ή για να φτιάξουμε τα δικά μας σπιτικά. Ξέραμε ότι πάντα μας περιμένει με έμπονη προσευχή, με πολλή έγνοια για τον καθένα από μας τους έξι, για τους γαμπρούς, τις νύφες, τα εγγόνια και τα δισέγγονα που έρχονταν σαν ευλογίες στη ζωή της, με προσωπικό κόπο και βοήθεια σε ό,τι χρειαζόμασταν...πάντα μέχρι σήμερα...
Είναι και τώρα εκεί, μόνη πλέον, συντροφιά με την αγάπη που πλημμυρίζει την ύπαρξή της...είναι και τώρα εκεί πάντα πρόθυμη να φορτωθεί ένα μέρος του δικού μας φορτίου ζωής για να μας ξαλαφρώσει...
Με πολλή ευγνωμοσύνη, ανίκανη να ανταποδώσω τη δική της αγάπη και προσφορά, της αφιερώνω το παρακάτω ποίημα που με συγκίνησε πολύ!


ΖΩΗ

Κανείς δε βγαίνει στο μπαλκόνι όταν φεύγω
να ψιθυρίσει «όλοι οι άγιοι μαζί σου»
την έγνοια κανενός δε νιώθω πια στην πλάτη
και θ’ άλλαζα όλες τις ευχές για μια δική σου

Με θλίβει τόσο αν σε φανταστώ μονάχη
τη μοναξιά λες κι αντικρίζω του Θεού
κι άμα σε πίκρανα ή σε πόνεσα πια ξέρω
του κόσμου όλες οι συγνώμες δεν αρκούν

Κανείς δεν είναι πια στο σπίτι σαν γυρίζω
λίγη χαρά ή στενοχώρια να μου πάρει
σαν το φαρμάκι του φιδιού από τη φλέβα

πόσο σου μοιάζει το ολόγιομο φεγγάρι...
Μητέρα, που όλοι σε φωνάζανε Αλίκη
κι εγώ από μέσα μου σε έλεγα Ζωή


(Από την ανέκδοτη κοινή συλλογή με τον Β. Δασκαλάκη «24 x 2»)

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Χαιρετισμούς από τη Βόρεια Κορέα!


Με αφορμή ένα πολύ συγκινητικό video, το οποίο μπορείτε να δείτε εδώ: Βόρεια Κορέα με τη μαρτυρία μιας πολύ χαριτωμένης νεαρής φυγάδος έψαξα λίγο το θέμα στο διαδίκτυο και κυριολεκτικά ανατρίχιασα.
Πρόκειται για το πιο στεγανό, αδιαπέραστο και συγχρόνως το πιο τυραννικό καθεστώς της υφηλίου.
Η δυναστεία των Κιμ (Κιμ Ιλ Σουνγκ, Κιμ Γιονγκ Ιλ, Κιμ Γιονγκ Ουν) κατάφερε να εμπεδώσει ένα υπερσυγκεντρωτικό, απολύτως ανελεύθερο, μιλιταριστικό σύστημα εξουσίας που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης. Η προπαγάνδα βασιλεύει. Υπάρχει μόνο ένα κρατικό κανάλι τηλεόρασης που όλο το εικοσιτετράωρο προβάλλει τις δραστηριότητες και τα επιτεύγματα και λιβανίζει τον απόλυτο Μονάρχη. Δεν υπάρχει από τους ιδιώτες πρόσβαση στο internet. Τα σύνορα είναι σφραγισμένα. Θεωρείται εθνική προδοσία η απομάκρυνση από τη χώρα έστω για ένα τουριστικό ταξίδι. Δεν γίνονται εισαγωγές ξένων προϊόντων. Το 1990 έγινε φοβερός λιμός, πέθαναν 3.000.000 άνθρωποι και μόνο τότε ζητήθηκε βοήθεια από τη διεθνή κοινότητα.
Οι πιο τρελές απαιτήσεις των μοναρχών πρέπει να πραγματοποιούνται αδιαμαρτύρητα.
Παραδείγματα: Κανένας σ' όλη τη χώρα δεν μπορεί να φέρει το όνομα Κιμ ή Γιονγκ Ουν.
Υπάρχουν 28 κουρέματα εγκεκριμένα από το κράτος  Οι άνδρες δεν μπορούν να μακρύνουν τα μαλλιά τους περισσότερο από 12 εκατοστά. Οι ηλικιωμένοι άνδρες μπορούν να φτάσουν την κόμη τους έως 7,6 εκατοστά. Οι γυναίκες μπορούν να επιλέξουν ένα από 14 διαφορετικά είδη, ανάλογα με το αν είναι παντρεμένες ή όχι. 
Η ακρόαση δυτικής μουσικής απαγορεύεται επί ποινή θανάτου.
Η τηλεφωνική επικοινωνία με το εξωτερικό απαγορεύεται επί ποινή θανάτου.
Αν κάποιος κριτικάρει την κυβέρνηση αποστέλλεται σε "στρατόπεδο επανεκπαίδευσης" όπου ...στρώνει!.
Απαγορεύεται κάθε θρησκεία. Το 2013 εκτελέστηκαν δημοσίως ογδόντα Χριστιανοί επειδή στην κατοχή τους βρέθηκε η Βίβλος.
Αλκοόλ καταναλώνεται μόνο σε κάποιες ελάχιστες ημέρες εθνικών επετείων.
Τα τελευταία δύο χρόνια εκτελέστηκαν περισσότεροι από εκατόν τριάντα άνθρωποι γιατί παρακολουθούσαν κανάλια της Νότιας Κορέας.
Θυμόμαστε όλοι το βαρύτατος πένθος, το παραλήρημα ενός ολόκληρου λαού, στην κηδεία του προηγούμενου ηγέτη του το 2011. Μπορείτε να δειτε εδώ τις εκδηλώσεις πένθους ή ...φόβου του λαού!Κηδεία του Κιμ Γιονγκ Ιλ
Η μέτρηση των ετών στη Βόρεια Κορέα μετρά από τη γέννηση του Κιμ Ιλ Σουνγκ. Δηλαδή η χώρα βρίσκεται στο έτος 103.
Η νεολαία έχει ένα πρότυπο, ένα ίνδαλμα, έναν θεό... Τα παιδιά στα σχολεία μελετούν τη σοφία των Κιμ και τρέφονται με τόση προπαγάνδα που κυριολεκτικά αλλοιώνεται, μπλοκάρεται ο εγκέφαλός τους για πάντα!
Αυτή η εικόνα του απόλυτου συγχρονισμού λέει πολλά...
Για όλο τον κόσμο η Βόρεια Κορέα ήταν μέχρι την εμφάνιση του ISIS ο υπ' αριθμόν ένα κίνδυνος γιατί παραμένει εκτός διεθνών οργανισμών και συνθηκών και διεθνούς δικαίου, διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο και έχει υπερφίαλους και αλαζονικούς ηγέτες.
Συμπέρασμα: Είμαστε πολύ-πολύ καλά στην Ελλάδα μας!!!!

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Ο ηγαπημένος



Ο πιο τρυφερός μαθητής του Χριστού!
Τον ακολουθεί από την αρχή του κηρυκτικού Του έργου εμπνεόμενος από την προτροπή του πρώτου του δασκάλου, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου: «Ίδε ο αμνός του Θεού!».
"Ραββί, πού μένεις;" ρωτά τον Ιησού και στην απάντησή Του "Έλα να δεις" εγκαταλείπει τα πάντα και γίνεται ο "ηγαπημένος".
Παρών σε όλα τα θαύματα, σε όλες τις περιοδείες του  Χριστού, στα κηρύγματα, στις προσευχές Του. Παρών στη Μεταμόρφωση και στον Μυστικό Δείπνο. Παρών στη δίκη του Χριστού και στη Σταύρωση. Δεν παίρνει τα δακρυσμένα μάτια του από τον Κύριό του και αξιώνεται να "πάρει "τη φροντίδα της μητέρας του Κυρίου. "Ιδού η μήτηρ σου- Ιδού ο υιός σου!". Πριν ξεψυχήσει στο σταυρό ο Χριστός του παραδίδει τη Μητέρα Του. Κι ο Ιωάννης την τιμά με πολλή στοργή κι αγάπη ως την Κοίμησή της.
Κι ύστερα αρχίζει η απίστευτη περιπέτεια της αποστολικής του δράσης.
Το ναυάγιο, η θαυμαστή διάσωση αυτού και του μαθητή του Πρόχορου, η Έφεσος, η ταπεινωτική εργασία στο λουτρό της Ρωμάνας, η ανάσταση του Δόμνου και του Διουσκουρίδη, η"αναμέτρηση" με τη θεά Άρτεμη και το ιερατείο της, η εξορία στην Πάτμο, η εξοντωτική και θριαμβευτική συνάμα αντιπαράθεσή του προς τον μάγο Κύνωπα, η Αποκάλυψη του Θεού στο φοβερό σπήλαιο, η επιστροφή στην Έφεσο, η συγγραφή του Ευαγγελίου του, η θαυμαστή μετάστασή του. 
Άπειρη αγάπη, άπειρα θαύματα, άπειρος κόπος και ταλαιπωρία για την αγάπη του Χριστού!!

Είναι ο πρώτος Θεολόγος και συνάμα ο ένθερμος κήρυκας της αγάπης.
Από τα Αναγνώσματα του Εσπερινού της εορτής του (Α΄Καθολικής επιστολής Ιωάννου) κάνω ένα μικρό απάνθισμα θεολογίας και αληθινής αγάπης:
"Πᾶν πνεῦμα, ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν. Καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι".
Κάθε πνεύμα που ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός έλαβε σάρκα, δηλαδή είναι Θεάνθρωπος, είναι εκ του Θεού και κάθε πνεύμα που δεν ομολογεί τον ενανθρωπήσαντα Ιησού Χριστό, δεν είναι εκ του Θεού. Το αυθεντικό κριτήριο της ορθοδόξου πίστεως: πίστη στον θεάνθρωπο Χριστό (Αρειανοί, χιλιαστές κτλ. έχουν κατακριθεί πολύ πριν από την εμφάνισή τους)
"Ἀγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν".
Αν τόσο πολύ μας αγάπησε ο Θεός, οφείλουμε κι εμείς να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Έχουμε χρέος αγάπης προς τους αδελφούς μας.
 "Ἀγαπητοί, ἐὰν τις εἴπῃ, ὅτι ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύτης ἐστίν· ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ὃν ἑώρακε, τὸν Θεόν, ὃν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν";
Εάν κάποιος πει ότι αγαπά τον Θεό, αλλά μισεί τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Αυτός που δεν αγαπά τον αδελφό του, τον οποίο βλέπει, πώς είναι δυνατόν να αγαπάει τον Θεό που δεν τον έχει δει;
Ακλόνητο επιχείρημα. Η αγάπη είναι απτή, είναι προσωπική σχέση, δεν είναι αόριστη θεωρία.
 "Πᾶν τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ, νικᾷ τὸν κόσμον, καὶ αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν". 
'Ο τι προέρχεται, γεννάται από τον Θεό, νικά τον κόσμο. Κι αυτή είναι η νίκη που νίκησε όλο τον κόσμο, η πίστη μας. Στα χρόνια του Ιωάννη (1ος αιώνας)  δώδεκα απόστολοι και οι μαθητές τους και βοηθοί τους, φτωχοί, πλάνητες, αμόρφωτοι, άσημοι, καταδιωκόμενοι από την εγκόσμια εξουσία και από τα ιερατεία των Ιουδαίων και Εθνικών, με μόνο όπλο την ισχυρότατη πίστη στην Ανάσταση του Χριστού και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, νίκησαν-άλλαξαν όλο τον κόσμο! Κι αυτή η ρήση του Ιωάννη δικαιώθηκε στη θαυμαστή πορεία της Εκκλησίας στους αιώνες.


Ο Ιωάννης "πλήρης ὢν τῆς ἀγάπης, πλήρης γέγονε καὶ τῆς θεολογίας"
Μήπως το πρώτο προϋποθέτει το δεύτερο;


Ας τον παρακαλούμε να σπεύσει να μας λυτρώσει 
εμάς τον αναπολόγητο λαό και να μεσιτεύει σ'Αυτόν, 
πάνω στου οποίου το στήθος έγειρε με αγάπη, 
να διώξει μακριά μας το επίμονο νέφος των εθνών (εχθρών) 
και να μας δωρήσει την ειρήνη Του και το μέγα έλεος.
Άγιε Ιωάννη, πρέσβευε υπέρ ημών.

"Απόστολε, Χριστώ τω Θεώ ηγαπημένε, 
επιτάχυνον, ρύσαι λαόν αναπολόγητον. 
Δέχεταί σε προσπίπτοντα, 
ο επιπεσόντα τω στήθει καταδεξάμενος,
όν ικέτευε, Θεολόγε, 
και επίμονον νέφος εθνών διασκεδάσαι, 
αιτούμενος ημίν ειρήνην, και το μέγα έλεος".



Η τελική λύση πλησιάζει: Συμψηφισμός χρέους με πολεμικές αποζημιώσεις;

Του Νίκου Σταματάκη

Καθώς οι διαπραγματεύσεις της Ελλάδας με τους δανειστές φαίνεται να διανύουν το τελευταίο τους στάδιο μέσα σε ένα φρενήρη ρυθμό επαφών και διαβουλεύσεων, προτάσεων και δηλώσεων, πολλά δείχνουν ότι οδεύουμε πλέον σε μια οριστική λύση του ελληνικού προβλήματος με κούρεμα του χρέους ώστε αυτό να καταστεί βιώσιμο.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι τμήμα τουλάχιστον του κουρέματος πιθανόν να επέλθει με συμψηφισμό με τις γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις. Παρότι είναι ακόμη νωρίς για τελικά συμπεράσματα, με ικανοποίηση σημειώνουμε ότι σε προεκλογική ανάλυση στις 4 Ιανουαρίου http://www.forbes.com/sites/marcelmichelson/2015/05/03/yes-germany-should-consider-war-debt-gesture-to-greece-and-save-the-euro-too/ είχαμε περιγράψει τις προϋποθέσεις για μια τέτοια πορεία. Τι μας κάνει να ευελπιστούμε τώρα ότι αυτή θα είναι πράγματι η οριστική κατάληξη;

German President Joachim Gauck 
Καταρχήν οι απανωτές δηλώσεις στο τέλος της περασμένης εβδομάδας του Γερμανού Προέδρου Γκάουκ και της Καγκελαρίου Μέρκελ που αναγνώριζαν την ευθύνη της σύγχρονης Γερμανίας έναντι της Ελλάδας για τα φριχτά εγκλήματα των Ναζί στη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, και επομένως άνοιγαν με επισημότητα το ζήτημα των αποζημιώσεων.  Βέβαια η δήλωση του κ.Γκάουκ ήταν συγκεκριμένη ενώ της κυρίας Μέρκελ γενική και αργότερα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της Καγκελαρίας διευκρίνισε ότι η πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης στο θέμα αυτό δεν έχει αλλάξει.  Αλλά το γεγονός παραμένει ότι οι δηλώσεις αυτές δεν ήταν καθόλου τυχαίες, ούτε και απλά επετειακές, αλλά προϊόν σοβαρής προεργασίας. Τα πρώτα βήματα προφανώς έγιναν στην πολύωρη, πρόσωπο με πρόσωπο, συνάντηση Μέρκελ και Τσίπρα στο Βερολίνο, όπου ο Έλληνας πρωθυπουργός έθεσε επίσημα το θέμα μαζί με όλα τα υπόλοιπα ανοιχτά ζητήματα και συζητήθηκε προοπτική συνολικής λύσης. Πάνω απ’ όλα τέθηκε η βάση των επόμενων κινήσεων που δεν ήταν άλλη από την παραδοχή ότι η τελική λύση δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική: Εφόσον οι αριθμοί “δεν βγαίνουν” – και δεν πρόκειται ποτέ “να βγουν” – τότε το κούρεμα θα γίνει και την απόφαση δεν θα τη πάρει ο Σόιμπλε ούτε και ο Βαρουφάκης, αλλά οι πολιτικοί ηγέτες και οι «Θεσμοί». Οι δύο υπουργοί φιμώθηκαν πάραυτα και το νερό μπήκε στο αυλάκι… Βασικό μέλημα των δύο ηγετών ήταν το πώς θα περάσουν στην κοινή γνώμη των χωρών τους τα αντίστοιχα μεγάλα προ-απαιτούμενα για μια συνολική λύση: οι οικονομικές «θυσίες» της Γερμανίας και το «τέλος του κρατισμού» στην Ελλάδα με τις περικοπές σε προνόμια που αυτό συνεπάγεται…
Ακολούθησαν οι περίφημες εκπομπές κωμωδίας της κρατικής γερμανικής τηλεόρασης που με πολύ γλαφυρό τρόπο πέρασαν στο γερμανόφωνο κοινό – αλλά και ευρύτερα – το μήνυμα ότι: α) η Γερμανία δεν έσωσε την Ελλάδα με δανεικά αλλά την μεγαλύτερη τράπεζά της που απειλούνταν με χρεοκοπία, β) ότι η Γερμανία κέρδισε πολλαπλά από την κρίση και μάλιστα τεράστια ποσά, πρώτα με τους τόκους που της επέστρεψε η Ελλάδα, έπειτα με τα μηδενικά επιτόκια με τα οποία τώρα τοκίζει το τεράστιο κρατικό της χρέος (πάνω από 2 τρις ευρώ)  και τέλος με την κατακόρυφη αύξηση των εξαγωγών της γ) ότι οι Έλληνες είναι σε βαθύ αδιέξοδο λόγω του αποτυχημένου προγράμματος δήθεν “σωτηρίας” τους και σε αξεπέραστη ανθρωπιστική κρίση και δ) ότι οι Ναζί διέπραξαν ανείπωτες θηριωδίες στην Ελλάδα του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου που χρήζουν αποζημίωσης…
Έπειτα η “διαδικασία” επαφών Ελλάδας – Θεσμών αφέθηκε να φτάσει στο χείλος του γκρεμού, κυριολεκτικά στο “και πέντε”….  Τούτο φαίνεται ότι ήταν ένα άμεσο αποτέλεσμα των συνομιλιών Μέρκελ-Τσίπρα καθώς η καγκελάριος, σύμφωνα με έγκυρα δημοσιεύματα, ζήτησε από τον Έλληνα πρωθυπουργό να πάρει χρήματα από όπου και όπως μπορεί, να αδειάσει κάθε δημόσιο ταμείο, αρκεί να κερδηθεί κάποιος χρόνος και να δημιουργηθεί στην κοινή γνώμη όχι απλά το αίσθημα αλλά η πεποίθηση του αναπόφευκτου. Οι διάφοροι καλοθελητές των media και των «Θεσμών» έσπευσαν, όπως αναμενόταν να ρίξουν λάδι στη φωτιά… Ωστόσο μέσα από τις κραυγές κινδύνου και τους άναρθρους αλαλαγμούς πανταχόθεν, ο προσεκτικός παρατηρητής διέκρινε συνεχείς, καθημερινές, διαβεβαιώσεις σε ανώτατο επίπεδο και από τις δυό πλευρές του Ατλαντικού ότι δεν υπάρχει κανένα ζήτημα χρεοκοπίας και Grexit σε καμία, μα καμία απολύτως, περίπτωση…
Κάπως έτσι φτάσαμε στο χθεσινό άρθρο του εγκύρου περιοδικού Forbes (http://www.forbes.com/sites/marcelmichelson/2015/05/03/yes-germany-should-consider-war-debt-gesture-to-greece-and-save-the-euro-too) που παρότρυνε τη Γερμανία να συμψηφίσει τις πολεμικές αποζημιώσεις με το κούρεμα του ελληνικού χρέους και με τον τρόπο αυτό να σώσει ταυτόχρονα και το ευρώ. Το κείμενο αυτό είναι μόνο το τελευταίο στη σειρά κειμένων στον αγγλοσαξονικό κόσμο με το ίδιο μοτίβο τα τελευταία χρόνια.  Μόνο που προχθές, σχεδόν την ίδια στιγμή, η κυρία Λαγκάρντ του ΔΝΤ προέβη σε δραματική παρέμβαση μέσω του εκπροσώπου του Ταμείου Πολ Τόμσεν απαιτώντας από τους Ευρωπαίους (ναί,απαιτώντας, και μάλιστα άμεσα) κούρεμα του ελληνικού χρέους και απειλώντας ότι εάν τούτο δεν συμβεί το Ταμείο θα αποσύρει τα χρήματά του από την επόμενη δόση των 7,2 δις.  Μετά από μια τέτοια υπερατλαντική πίεση η κυρία Μέρκελ διευκολύνεται να παρουσιάσει το επερχόμενο κούρεμα ως «απολύτως αναγκαίο» και “αναπόφευκτο”. Το σκηνικό έχει λοιπόν ήδη στηθεί…
Αλλά η Γερμανία πιθανόν να επιδιώκει όχι απλά με “ένα σμπάρο δυο τρυγόνια” αλλά σαφώς πολύ περισσότερα από δύο… Εκτός από την σωτηρία της Ελλάδας και του ευρώ, τυχόν συμψηφισμός των πολεμικών αποζημιώσεων με το ελληνικό χρέος θα μπορούσε να την απαλλάξει από πιθανές απαιτήσεις για παρόμοιο κούρεμα από άλλες μεσογειακές χώρες, οι οποίες δεν έχουν απαιτήσεις πολεμικών αποζημιώσεων έναντι της Γερμανίας. Έπειτα, εφόσον οι ελληνικές απαιτήσεις περιοριστούν σε “χαμηλά/λογικά” επίπεδα (που θα είναι φυσικά κάποιο σχετικά μικρό ποσοστό των οφειλόμενων κατά την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους) και σε διάφορα αντισταθμιστικά/επενδυτικά προγράμματα τότε δημιουργείται προηγούμενο και για όποιες άλλες χώρες θέσουν θέμα πολεμικών αποζημιώσεων.
Αλλά πώς θα παραμείνουν οι ελληνικές απαιτήσεις για πολεμικές αποζημιώσεις σε χαμηλά επίπεδα; Ο βασικός τρόπος είναι ασφαλώς η συμμετοχή στο κούρεμα της ΕΚΤ τόσο μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης όσο και με την έκδοση ομολόγων διαφόρων μορφών. Ασφαλώς Η ΕΚΤ μέσω ομολόγων ή άλλου τρόπου θα μπορούσε να ελαφρύνει το ελληνικό χρέος από τα 50 δις του χρέους των ελληνικών τραπεζών το οποίο αδίκως φορτώθηκαν οι φορολογούμενοι. Αλλά υπάρχουν πολλοί άλλοι “ευρηματικοί” τρόποι για περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους μέσω ομολόγων και ο Γιάνης Βαρουφάκης, αλλά και άλλοι συνάδελφοί του, τους έχουν αναλύσει επαρκώς…
Σε τελική ανάλυση η Γερμανία μπορεί να σώσει την Ελλάδα όχι εκταμιεύοντας δισεκατομμύρια από το κρατικό της θησαυροφυλάκιο, ούτε και με δανεικά, αλλά στην ουσία από τα κέρδη που η ίδια αποκόμισε τα τελευταία χρόνια στη διάρκεια της κρίσης.  Επειδή μάλιστα η ίδια η Γερμανία υπήρξε ωφελημένη από παρόμοιο κούρεμα συνδυασμένο με αναπτυξιακές ρήτρες κλπ. στην περίφημη συμφωνία του 1953, έχει τώρα υποχρέωση να επιστρέψει έμπρακτα την τεράστια βοήθεια που έλαβε τότε. Και να ηγηθεί του μέλλοντος της Ευρώπης από θέση ηθικού πλεονεκτήματος και όχι απλά από θέση ισχύος. Υπάρχουν επιτέλους ενδείξεις ότι τμήμα της ηγεσίας της έφτασε τελικά στο ανώτατο αυτό στάδιο ωρίμανσης…
Θα κλείσουμε το κείμενο αυτό με την ίδια ευχή που διατυπώσαμε στο προαναφερθέν κείμενο της 4ης Ιανουαρίου, δηλαδή να συνοδευτεί το κούρεμα του ελληνικού χρέους με συνδρομή της Γερμανίας και των Θεσμών στην απαραίτητη κάθαρση των οικονομικών και πολιτικών εγκλημάτων που κατέστρεψαν την Ελλάδα και επίσης την επιμονή των θεσμών στο ζήτημα των μεταρρυθμίσεων που τόσο αναγκαίες είναι για να προχωρήσει η Ελλάδα στο αύριο. Και καταλήγουμε με την ίδια ακριβώς φράση, όπως πριν ακριβώς 4 μήνες: “Μέχρις ότου η πολύπαθη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση – εφόσον τελικά έρθει – να βάλει την ελληνική πολιτική ηγεσία στο καλούπι που της αρμόζει τουλάχιστον όσον αφορά τη δημόσια διοίκηση και τις οικονομικές αποφάσεις…”
Νέα Υόρκη, 4 Μαΐου 2015
Μακάρι τ' όνειρο να βγει αληθινό!!!

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Μπαλτάς!!!



Πάρτε έναν μπαλτά, κ. Μπαλτά, και γκρεμίστε τα όλα!
Γκρεμίστε τα μνημεία μας, γκρεμίστε τα πανεπιστήμιά μας, γκρεμίστε τα σχολειά μας.
Το μέτρο που θέλετε να περάσετε, δηλαδή να μην θεωρούνται τα Αρχαία Ελληνικά μάθημα Γενικής Παιδείας, αλλά μόνο Κατεύθυνσης, δηλαδή να διδάσκονται Αρχαία Ελληνικά στο Λύκειο μόνο όσοι επιλέγουν τη Θεωρητική κατεύθυνση προφανώς θα προκαλέσει την ίδια πολιτιστική καταστροφή μ' αυτήν που προανέφερα.
Κόψτε τις ρίζες της γλώσσας μας εν ονόματι της ευκολίας των μαθητών(;), εν ονόματι του γενικότερου ξεπουλήματός μας(;), εν ονόματι μιας ανεξήγητης βλακείας(;) και τολμήστε ύστερα να σηκώσετε εθνικό παράστημα στους ξένους που δήθεν μας επιβουλεύονται.
"Διπλούν ορώσιν οι μαθόντες Γράμματα" η επιγραφή με αρχαίο πολύ σοφό ρητό υποδέχεται τους φοιτητές και καθηγητές στην είσοδο του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου! Τριακόσιες σαράντα τέσσερις σχολές Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας υπάρχουν στα Πανεπιστήμια όλου του κόσμου. Θεωρείται η πιο πλούσια αλλά και στρατηγικά δομημένη γλώσσα που καλλιεργεί και οξύνει τον ανθρώπινο εγκέφαλο όσο και τα Μαθηματικά. "Τυχαίνει" αυτή η γλώσσα να είναι η ρίζα, η βάση, το θησαυροφυλάκιο της σύγχρονης γλώσσας μας, αλλά και το μέσον προσέγγισης και κατανόησης ανεκτίμητου θησαυρού κειμένων ασύλληπτης αξίας (από τον Όμηρο ως τους Πατέρες και τον λειτουργικό πλούτο της Εκκλησίας μας) κι εμείς βαλθήκαμε να την ξεπατώσουμε με μια αδικαιολόγητη μανία!
Τελικά ξέρουμε πολύ καλά εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες να προβαίνουμε σε αυτοχειριασμό! δεν χρειαζόμαστε τους ξένους!

Εδώ Διαβάστε τη σχετική είδηση!

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Κυριακή της θεραπείας του Παραλύτου

    "Συχνά φέρνω στο νου μου τον παππούλη μου. Ήταν ένας πολύ γλυκός και ήρεμος άνθρωπος. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε καθηλωμένος στο αναπηρικό καροτσάκι ή στο κρεβάτι του, γιατί τα πόδια του είχαν παραλύσει από μια νευροπάθεια.
 http://www.dreamstime.com/royalty-free-stock-photos-little-boy-his-handicapped-grandfather-sitting-wheelchair-holding-crutches-enjoying-day-nature-together-playing-image34581708
    Μου άρεζε μετά το σχολείο να τρέχω κοντά του και να κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού του. Του έλεγα τα νέα μου. Εκείνος άκουγε με προσοχή και μετά με συμβούλευε με αγάπη. Κι ύστερα τον παρακαλούσα: «Πες μου, παππούλη μου, μια ιστορία! Πες μου απ’ τη ζωή του Χριστού, από τα θαύματά του!».  Κι εκείνος μου διηγούνταν ολοζώντανες ιστορίες κι ήταν σαν να έβλεπα μπροστά μου τον Χριστό να διδάσκει, να θεραπεύει, να αγαπάει… Η αγαπημένη μου ιστορία ήταν αυτή που θα σας πω. Θα την πω όπως θυμάμαι να μου την διηγείται ο παππούς μου με ιδιαίτερη συγκίνηση.
    «Ο Ιησούς βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα. Περπατούσε στα στενά δρομάκια της πόλης περιστοιχισμένος απ’  τους μαθητές του. Βρέθηκαν σε μια πλατεία. Μια πλατεία που συγκέντρωνε  τους πονεμένους και δυστυχισμένους ανθρώπους. Γιατί άραγε; Βρισκόταν εκεί μια μεγάλη στέρνα, μια δεξαμενή νερού και γύρω-γύρω πέντε υπόστεγα με καμάρες. Από καιρό σε καιρό άγγελος σταλμένος από τον Θεό τάραζε το νερό της δεξαμενής. Ο πρώτος ασθενής κι ανήμπορος που θα έμπαινε στην δεξαμενή μετά την ταραχή του νερού γινόταν καλά από οποιαδήποτε ασθένεια κι αν έπασχε. Με την ελπίδα και την προσδοκία της θεραπείας λοιπόν μαζεύονταν εκεί, στις στοές γύρω από τη στέρνα, που ονομαζόταν  Βηθεσδά, όλοι οι άρρωστοι και  οι ανάπηροι, οι τυφλοί, οι κουτσοί,  οι ταλαίπωροι όχι μόνο της πόλης των Ιεροσολύμων, αλλά και των περιχώρων. Πολλοί έρχονταν κι από μακριά. Το θέαμα και το άκουσμα ήταν οδυνηρό.  Πρόσωπα παραμορφωμένα από την αρρώστια και τον πόνο, πληγές ανοιχτές, κολοβωμένα μέλη, βογκητά, κατάρες, αναστεναγμοί…

paralytos_5
    Κάποιοι βρίσκονταν εκεί για πολύν καιρό, ίσως και χρόνια. Όπως αυτός ο παράλυτος για τον οποίο θα σου πω. Τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια ήταν παράλυτος και πολλά από αυτά τα πέρασε εκεί, στη Βηθεσδά, περιμένοντας τον ερχομό του αγγέλου. Ο άγγελος ερχόταν και τάραζε  τα νερά, αλλά πάντα κάποιος άλλος προλάβαινε να μπει και να θεραπευθεί. Δεν είχε κανέναν, βλέπεις, να τον βοηθήσει κι ώσπου να συρθεί και να φθάσει στη δεξαμενή, τον προλάβαιναν άλλοι. Κι όμως δεν έφευγε απελπισμένος. Έμενε εκεί δίπλα, να περιμένει, να προσδοκά, να ελπίζει στο θαύμα της θεραπείας του.
paralytos_4_mesa     Ήρθε ο Χριστός κοντά του. Απ’ όλο το αξιολύπητο πλήθος ξεχώρισε αυτόν τον άνθρωπο. «Θέλεις να γίνεις καλά;», τον ρωτάει. Μα ήθελε και ρώτημα! Αυτή δεν ήταν χρόνια τώρα η λαχτάρα του; «Ναι, Κύριε!», απαντά. «Θέλω, μα δεν έχω άνθρωπο να με βοηθήσει».
    Πόσο σκληρή θα ακούστηκε εκείνη η φράση! «Δεν έχω άνθρωπο!». Κανένας δε γύρισε, χρόνια τώρα, να τον δει με συμπάθεια και να τον βοηθήσει. Μόνος μέσα σ’ ένα πλήθος ανθρώπων!
    Μα τώρα, αυτή τη στιγμή η μοναξιά τελειώνει. Μπροστά του στέκεται η παντοδύναμη Αγάπη, ο ίδιος ο Χριστός. «Στάσου στα πόδια σου!» τον προστάζει. «Σήκωσε στην πλάτη σου το κρεβάτι σου και περπάτα!».
paralytos_3_mesa    Μ’ αυτή την προσταγή τα πόδια του παραλυτικού δυναμώνουν, στερεώνονται. Σηκώνεται όρθιος, περπατά! Κουβαλάει στην πλάτη του το κρεβάτι του, γυρίζει στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης και φωνάζει και διαλαλεί πως είναι καλά, πως τον θεράπευσε κάποιος που ούτε το όνομά του δεν ξέρει.
    Στη χαρά του εμπόδιο γίνονται οι υποκριτές Ιουδαίοι. «Είναι Σάββατο σήμερα», του λένε. «Δεν σου επιτρέπεται να κουβαλάς το κρεβάτι σου και να περπατάς!». Ξέρεις, οι Ιουδαίοι τηρούσαν με υπερβολική αυστηρότητα την αργία του Σαββάτου. Ακόμα και τα βήματα που τους επιτρεπόταν να κάνουν ήταν μετρημένα!  Μα ο θεραπευμένος πρώην παραλυτικός δεν τους δίνει σημασία. «Εκείνος που με θεράπευσε μου είπε να σηκώσω το κρεβάτι μου και να περπατώ», τους απαντά.
Δεν τον αγγίζει τίποτα. Η χαρά του είναι απερίγραπτη. Πηγαίνει στον Ναό, για να ευχαριστήσει τον Θεό κι εκεί συναντάει πάλι τον Χριστό, ο οποίος είχε στο μεταξύ απομακρυνθεί  μέσα στο πλήθος. Πέφτει στα γόνατα να τον ευχαριστήσει.
paralytos_1_MESA«Κοίταξε, έγινες καλά», του λέει ο Χριστός. «Πήγαινε στο καλό, αλλά πρόσεχε μην αμαρτήσεις, γιατί μπορεί να σε βρει χειρότερη δοκιμασία!»…
    Σ’ αυτό το σημείο ο παππούς μου σταματούσε τη διήγηση. Δεν μπορούσε να συνεχίσει. Τα μάτια του ήταν δακρυσμένα κι η φωνή του βραχνή από τη συγκίνηση. Ήξερα, καταλάβαινα πολύ καλά γιατί. Μια φορά ωστόσο τον ρώτησα διστακτικά: «Παππούλη μου, δεν θα μπορούσε και σένα να σε θεραπεύσει ο Χριστός; Τόσο που Τον αγαπάς; Τι είναι γι’ Αυτόν να σου πει «Σήκω! Περπάτα!»;
    Περίμενα αρκετή ώρα ώσπου να μου απαντήσει: «Ο Χριστός, παιδί μου, μπορεί τα πάντα. Κάθε στιγμή μπορεί να με θεραπεύσει. Φαίνεται όμως πως αυτή η αρρώστια που με κρατάει καθηλωμένο στο κρεβάτι, είναι το γιατρικό της ψυχής μου. Το ζητούμενο δεν είναι να θεραπευθεί το σώμα μας, που θα ζήσει σ’ αυτή τη ζωή άλλα πέντε, δέκα – βάλε όσα θέλεις-  χρόνια,  αλλά κάποια μέρα θα τελειώσει σ’ ένα μνήμα. Αυτό που πρέπει με λαχτάρα να ζητάμε από τον Χριστό είναι να θεραπεύσει την παράλυτη ψυχή μας που είναι αιώνια, που της  χαρίστηκε η Βασιλεία του Θεού. Αυτή τη θεραπεία μου χάρισε ο Χριστός και Του είμαι βαθιά ευγνώμων!».
    Κι εγώ είμαι ευγνώμων στον παππούλη μου, γιατί μου έδειξε τον δρόμο και την αγάπη του Χριστού από εκείνο το κρεβάτι που φιλοξενούσε την αναπηρία του…"
Σταυρούλα Κουμενίδου
Αναδημοσίευση από το διαδικτυακό περιοδικό Πεμπτουσία