Αναγνώστες

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Ποιον δικό μας μου θυμίζει....

Ο κύριος που βλέπετε να βγαίνει με δυσκολία από τον παλιό «Σκαραβαίο» είναι ο πρόεδρος της Ουρουγουάης, Χοσέ Μουχίκα.
Και το παλιό αυτό σκαρί της Volkswagen, που η αξία του είναι,
μόλις, 1.945 δολάρια, είναι η μοναδική «πολυτέλεια» που έχει επιτρέψει στον εαυτό του.
Ο 77χρονος πολιτικός, που δεν έχει τραπεζικό λογαριασμό αλλά ούτε και χρέη, απέκτησε πριν από λίγες ημέρες ακόμα έναν τίτλο τιμής, α
υτόν του πιο φτωχού προέδρου στον κόσμο, μετά την αποκάλυψη ότι αν και ο μηνιαίος μισθός τους είναι 12.500 δολάρια εκείνος κρατάει μόνον 1.250 δολάρια για τα έξοδά του και το υπόλοιπο ποσό, το 90%, το επιστρέφει ... στο κράτος προκείμενου να ενισχυθούν τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας.

Όπως ο ίδιος είπε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «El Mundo», με τα 1.250 δολάρια το μήνα μπορεί να τα βγάλει άνετα πέρα τη στιγμή που οι περισσότεροι κάτοικοι της Ουρουγουάης ζουν με πολύ λιγότερα.

*Κι όμως μου θυμίζει έναν δικό μας πολιτικό, ο οποίος όμως έζησε αρκετά χρόνια πριν κι έχει ξεχαστεί προ πολλού από όλους μας: τον Νικόλαο Πλαστήρα του οποίου η φτώχεια και η εντιμότητα έμειναν παροιμιώδεις στην πολιτική μας ιστορία. 

Μεταφέρουμε μερικά από τα πολλά αξιόλογα συμβάντα της ζωής του, τα οποία χαρακτηρίζουν τον άνδρα ...

Ο αείμνηστος Ανδρέας Ιωσήφ - πιστός φίλος του - αναφέρει: Ο στρατηγός είχε απαγορεύσει στους δικούς του να χρησιμοποιούν το όνομα "Πλαστήρας" όπου κι αν πήγαιναν. Ο αδελφός του ήταν άνεργος. Το εργοστάσιο ζυθοποιίας «ΦΙΞ» ζητούσε οδηγό κι εκείνος έκανε αίτηση. Ο αρμόδιος υπάλληλος τον ρώτησε πώς λέγεται: Κι επειδή αυτός δίσταζε να πει το όνομά του, ενθυμούμενος την εντολή του στρατηγού, ο οποίος είχε απαγορεύσει σε όλους τους συγγενείς και γνωστούς του να επικαλούνται τη συγγενική ή φιλική τους σχέση, τον ξαναρώτησε και δυο και τρεις φορές, ώσπου αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι τον λένε Πλαστήρα. Παραξενεμένος ο υπεύθυνος ζητάει να μάθει αν συγγενεύει με το στρατηγό και πρωθυπουργό. Μετά από πολύ δισταγμό του αποκαλύπτει ότι είναι αδελφός του. Αφού η αίτηση, ικανοποιήθηκε, παρακάλεσε να μη το μάθει ο αδελφός του. Ο στρατηγός το έμαθε κι αφού τον κάλεσε αμέσως στο σπίτι του τον επέπληξε και του απαγόρευσε να αναλάβει αυτή την εργασία λέγοντάς του: «Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου». Και δεν πήγε.

Ο Πλαστήρας ήταν άρρωστος -έπασχε από φυματίωση - κι έμενε σ' ένα μικρό σπιτάκι στο Μετς, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντας: «Μα τι λέτε; Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;».

Πολλές φορές με τρόπο έστελνε και αγόραζαν ψωμί, ελιές και λίγη φέτα. Τότε οι γύρω του, του υπενθύμιζαν ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της αρρώστιας κι εκείνος με απλότητα τους απαντούσε: «Τι κάνω; Σκάβω για να καλοτρώγω;».

Ο Βάσος Τσιμπιδάρος, δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ακρόπολη», περιγράφει το εξής περιστατικό: «Κάποτε, ο στενός του φίλος Γιάννης Μοάτσος, είχε πάρει την πρωτοβουλία να του εξασφαλίσει μόνιμη στέγη, για να μην περιφέρεται εδώ και εκεί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πήγε λοιπόν σε μια Τράπεζα και μίλησε με τον διοικητή. «Τι;», απόρησε εκείνος. «Δεν έχει σπίτι ο Πλαστήρας; Βεβαίως και θα του δώσουμε ό,τι δάνειο θέλει και μάλιστα με τους καλύτερους όρους!»

Ο Μοάτσος έτρεξε περιχαρής στον Πλαστήρα, του το ανήγγειλε και εισέπραξε την αντίδραση: «Άντε, ρε Γιάννη, με τι μούτρα θα βγω στο δρόμο, αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;». Έσκισε το έντυπο στα τέσσερα και το πέταξε.

Ο Δημήτρης Λαμπράκης «δώρισε» κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό κι αφού ο στρατηγός κάλεσε τον φίλο του Ανδρέα του λέει: "- Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω. - Μα θα προσβληθεί. - Δεν πειράζει. Ας μου κόψει το νερό από το κτήμα. Δεν θέλω δώρα Ανδρέα. Γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα!"

Το 1952, πρωθυπουργός ο Πλαστήρας, ήταν κατάκοιτος από την αρρώστια που τον βασάνιζε, όταν μία μέρα δέχθηκε την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Μπαίνοντας εκείνη στο λιτό ενοικιαζόμενο διαμέρισμά του, εξεπλάγη όταν είδε τον πρωθυπουργό να χρησιμοποιεί ράντζο για τον ύπνο του, και τον ρώτησε με οικειότητα: «Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» και η απάντηση ήρθε αφοπλιστική. «Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ.».

Ο στρατηγός Νικόλαος Σαμψών, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει, το παρακάτω: «Όταν πέθανε ο Πλαστήρας δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλλαρο και μια λακωνική προφορική διαθήκη: «Όλα για την Ελλάδα!». Βρέθηκε επίσης στα ατομικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (ΣΥΠ 108) για ένα κρεβάτι που είχε χάσει κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και 8 δρχ. με σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού, ώστε να μην χρωστά στην Πατρίδα».

Όταν πέθανε ο Πλαστήρας στις 26/7/1953 τον έντυσαν με το νεκρικό κοστούμι που αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ - γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά παιδιά - ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του: 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα...
 Ο Νικόλαος Πλαστήρας (1883-1953) ήταν στρατιωτικός και πολιτικός στη νεότερη Ελλάδα. Έγινε γνωστός για την στρατιωτική του δράση κατά τους Βαλκανικούς πολέμους (γνωστός ως Μαύρος Καβαλάρης) και την Μικρασιατική εκστρατεία. Ασχολήθηκε και με την πολιτική συμμετέχοντας ή οργανώνοντας κινήματα. Ο Νικόλαος Πλαστήρας κυβέρνησε την Ελλάδα τρεις φορές, μία το 1945 και άλλες δύο στα 1951-1952. Επί διακυβερνήσεώς του απαλλοτριώθηκαν τα περισσότερα τσιφλίκια και αποδόθηκε η γη στους καλλιεργητές.
 

1 σχόλιο:

filitsa leontaridou είπε...

Αν υπήρχαν τέτοιοι πολιτικοί και στα μετέπειτα χρόνια ίσως να μη φθάναμε εδώ που φθάσαμε. Ο ΓΑΠ εμπορεύεται τον πόνο μας και κερδίζει σήμερα εκατομμύρια, δίνοντας διαλέξεις για το πώς μπαίνει μια χώρα στο ΔΝΤ. Κατάντια φτωχή μου πατρίδα