Αναγνώστες

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Ανάπαυση




 
    Αν υπήρχε ένα μαγικό χέρι να άρει από πάνω μας το φορτίο των θλίψεων, του άγχους, των φόβων, των μεριμνών μας! Να ξαλάφρωνε η ψυχή μας, ν' αναπαυόταν, ν΄ανάσαινε ξέγνοιαστη και ξαλαφρωμένη! Να πέφταμε το βράδυ και να ερχόταν ο ύπνος εύκολα, όπως τότε που ήμασταν μικρά παιδιά και κάποιοι άλλοι αγωνίζονταν και προβληματίζονταν για μας! Να μην έβγαινε ζορισμένος αναστεναγμός από τα χείλη μας, αλλά χαρούμενο τραγούδι και δοξολογία!
    Μήπως υπάρχει αυτό το χέρι, απλωμένο μάλιστα προς εμένα, και περιμένει τη δική μου ανταπόκριση; Μήπως είμαι τόσο κλεισμένη στο εγωιστικό μου καβούκι ώστε δεν βλέπω τίποτα πέρα από τη μύτη μου; Και πώς να δω και το απλωμένο χέρι;
   "Μάθετε απ'εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών".
    Πόσο γλυκιά και παρήγορη διαβεβαίωση! Γνωρίστε με, μάθετε εσωτερικά μέσα στην καρδιά σας, πόσο είμαι πράος και ταπεινός και θα βρείτε κι εσείς ανάπαυση στην ψυχή σας, μας λέει ο γλυκύτατος Ιησούς. Μας μιλάει διακριτικά και μας καλεί να γνωρίσουμε την πραότητα και την ταπείνωσή του. Να γνωρίσουμε βιωματικά, όχι με το μυαλό, αλλά με την καρδιά μας. Κι αυτό το βίωμα θα μας αναπαύσει, θα άρει από πάνω μας όλα τα θλιβερά και αγχωτικά βάρη.
    Και πάλι μας λέει: "Δεύτε πρός με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς". Ποιος άλλος μας υπόσχεται ξαλάφρωμα από τα βάρη μας; Όλοι μας προσθέτουν βάρη, ακόμη κι αυτοί που μας αγαπούν, οι δικοί μας άνθρωποι. Αν πεις για τους εργοδότες, για το κράτος, για τους δανειστές, όχι μόνο βάρη, αλλά βρόχους και χειροπέδες... Μόνο ο Χριστός μας υπόσχεται κουφισμό χαρίζοντάς μας τη δική του πραότητα και ταπείνωση. Εξωτερικά δεν θα αλλάξουν πολλά πράγματα, ίσως τίποτα. Θα αλλάξουμε όμως τη καρδία, εσωτερικά και θα αντιδρούμε αλλιώς στα εξωτερικά πλήγματα.
    Η παρακάτω ιστορία μας δίνει ένα ισχυρότατο μήνυμα. Και για να προλάβω τις αντιρρήσεις της λογικής, λέω να την αποδεχθούμε για μας κατ' αναλογίαν, όχι κατά γράμμα.

 "Όταν ήμουν στο Άγιον Όρος κάναμε ένα διάστημα στην Καψάλα, στην έρημο της Καψάλας -είναι περιοχή μεταξύ Καρυών, Μονής Παντοκράτορος και Σταυρονικήτα• μια αγιασμένη περιοχή, έρημος, πανέμορφη. Τότε στην εποχή μου ακόμα πιο γραφική, χωρίς δρόμους, χωρίς τίποτα. Γεμάτη γεροντάκια, ερημίτες. Ήμασταν εκεί πάμφτωχοι, δεν μας ήξερε κανένας, ούτε κι εμείς ξέραμε κανένα.


Καψάλα

Αφού να σκεφτείτε μια φορά πήγα στη Δάφνη να πάρω κάποια γράμματα κι ήρθε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Ελλάδος, κι είδαμε αστυνομίες, στρατό και μου λέει ένα γεροντάκι «Πήγαινε, διάκο, ρώτα γιατί είναι αυτή όλη η αστυνομία εδώ». Λέω, «Να πάω». Πάω και λέω «Γιατί είναι η αστυνομία εδώ;» Λέει «Θα ‘ρθει ο Σαρτζετάκης». Λέω, «Ποιος είν’ αυτός;»! Λέω, «Παππού, παππούλη, θα ‘ρθει ο Σαρτζετάκης!». «Ποιος είν’ αυτός;» μου λέει. Λέω, «Πού ξέρω κι εγώ;». Μου λέει, «Πήγαινε ξαναρώτα». Πάω να ξαναρωτήσω τον αστυνομικό, μόνο που δεν με συνέλαβε! Λέω, «Συγγνώμη, ποιος είναι ο Σαρτζετάκης;». Μου λέει, «Τρελός είσαι;». Τίποτα, ιδέα δεν είχαμε!

Τέλος πάντων, κατά διαστήματα, όταν είχαμε κάποια πράγματα στον κήπο μας, λαχανικά ή κάποια άλλα τρόφιμα, ο γέροντας ετοίμαζε κάποιες σακουλίτσες με διάφορα πράγματα και τα παίρναμε στα γεροντάκια. Ένα γεροντάκι ζούσε απέναντί μας, μέσα σε μια χαράδρα, μέσα σε μια καλύβα, μόνος του, ο Σέργιος, τον έβλεπα κάθε βράδυ από το κελί μου που άναβε το καντηλάκι του με το καντηλοκέρι τη νύχτα, θεοσκότεινα, αλλά φαινόταν το κερί του, πήγα λοιπόν να του φέρω τρόφιμα. Μόνος του, γεροντάκι, πανέρημος ο τόπος, το καλύβι του μισογκρεμισμένο, του πήγα λίγα τρόφιμα.  «Γέροντα, μ’ έστειλε ο γέροντας ο δικός μου να σου φέρω αυτά τα πράγματα», του λέω. Ήταν μια σακούλα με ψωμί, λαχανικά, φρούτα. «Αχ, ευχαριστώ πάρα πολύ»! λέει, «να πάρω ό,τι μου χρειάζεται…». Επήρε λίγο ψωμί, ένα μαρούλι, δυο-τρία πράματα, μου λέει, «Φτάνουν αυτά για σήμερα»! Του λέω, «Πάρε και τα υπόλοιπα. Για σένα τα’ φερα!». «Όχι, δεν τα θέλω, δεν μου χρειάζονται! Φτάνουν αυτά για σήμερα!» Του λέω, «Πάρε να’ χεις και για αύριο»! Μου λέει, «Αύριο έχει ο Θεός!» Λέω, «Πάρε γέροντα, έχει ο Θεός, αλλά αφού ο Θεός σού τα’ στειλε!» «Ναι», λέει, «αλλά ο Θεός είπε τον άρτον ημών τον επιούσιον• δεν είπε και τον αυριανόν! Μου φτάνει ο σημερινός άρτος. Αύριο έχει ο Θεός». Του λέω, «Πόσα χρόνια έχεις εδώ;» Μου λέει, «Πενήντα έξι». Πενήντα έξι χρόνια ζούσε σ’ αυτό το καλυβάκι, έχοντας μόνο τον άρτον τον επιούσιον. Κι ο Θεός είχε γι’ αυτόν πάντοτε τον αυριανόν άρτον! Ουδέποτε αισθάνθηκε ο άνθρωπος αυτός την αγωνία της επιβίωσης. Μα τι μου λες τώρα, μέσα σ’ αυτή την έρημο, πώς θα βρεθεί ο αυριανός άρτος; Καμιά μέριμνα περί τούτου!...".

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: