Αναγνώστες

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Απ' την Αθήνα στον Πόντο κι από τα έλατα του Μελά στην Καστανιά του Βερμίου (2ο)



Η εκκλησία της Παναγίας Σουμελά

    Στην υπερχιλιόχρονη ζωή της η Μονή της Παναγίας Σουμελά αγαπήθηκε και τιμήθηκε από τους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους, από τον απλό λαό αλλά και τους Αυτοκράτορες, ακόμα και τους Σουλτάνους. Μυριάδες οι αναφορές στις θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγιάς. Τάματα και δωρεές, ανεκτίμητης αξίας δώρα-κειμήλια από αυτοκράτορες, προνόμια, κτήματα χαρισμένα έδωσαν πολύ πλούτο και αίγλη στη Μονή. Αλλά και πολλές ληστείες και συλήσεις αναφέρονται στο ιστορικό της και μερικές καταστροφές των κτισμάτων της. Παρέμενε όμως στους αιώνες ζώσα, σφριγηλή κι ευλογημένη.
     Ωστόσο η ιστορία των λαών έχει πολλές ανατροπές και γυρίσματα και παρασύρει στο διάβα της ανθρώπους, κτίσματα, ιερά καθιδρύματα...
     Ο ξεριζωμός των Χριστιανικών πληθυσμών από τον Πόντο δεν άφησε ανέγγιχτη τη Μονή της Παναγίας. Το μίσος των Κεμαλικών εναντίον κάθε χριστιανικού και ελληνικού στοιχείου στράφηκε βέβαια και εναντίον του Μοναστηριού. Ξεσήκωσαν ληστές  της περιοχής οι οποίοι εισέβαλαν στη Μονή, έκλεψαν ό,τι πολύτιμο βρήκαν κι ύστερα την πυρπόλησαν. Η Παναγία έσωσε από την πυρκαγιά τρία πολύτιμα κειμήλια: την ιερή εικόνα της, το χειρόγραφο ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου -ανακαινιστού της Ιεράς Μονής- και τον σταυρό ευλογίας που περιείχε Τίμιο Ξύλο, τον οποίο ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός είχε προσφέρει στη Μονή. 
     1923: Αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Οι Χριστιανοί πρέπει να εγκαταλείψουν τη Μικρασία και τον Πόντο. Και οι μοναχοί της Παναγίας Σουμελά πρέπει να αφήσουν την ήδη ερειπωμένη εστία τους. Θα ξεκινήσουν ταξίδι μακρύ κι αβέβαιο. Η αγωνία τους μεγάλη. Όχι τόσο για τους εαυτούς τους. Αυτοί τη ζωή τους την έχουν ακουμπήσει στο Χριστό και στην Παναγία. Είτε ζήσουν , είτε πεθάνουν, του Κυρίου εισίν. Πρέπει όμως να διασώσουν τους τρεις θησαυρούς τους, αυτούς που η ίδια η Παναγία πριν λίγους μήνες γλίτωσε απ' τη φωτιά και τα αρπακτικά χέρια των απίστων. Δεν θέλουν να τους πάρουν μαζί τους για δυο λόγους; Πρώτα για να μην εκτεθούν σε κίνδυνο. Ποιος ξέρει αν οι ίδιοι θα φτάσουν κάπου ζωντανοί. Ποιος ξέρει αν δεν πέσουν θύματα κλοπής και ληστείας. Οι καιροί είναι πολύ επικίνδυνοι. Αλλά υπάρχει κι άλλος σοβαρότερος λόγος. Η Παναγία πρέπει να μείνει στον τόπο της. Αυτόν τον τόπο που διάλεξε από τόσο μακριά, αυτόν τον τόπο που τόσο αγάπησε, προστάτεψε, ευλόγησε. Μαζί της πρέπει να μείνουν και τα άλλα δύο εξαιρετικά κειμήλια σαν μια υπόσχεση ότι "πάλι με χρόνια με καιρούς", πάλι θα ξαναρθούν οι Χριστιανοί να στήσουν τη Μονή, να ξαναεγκαταστήσουν σ΄αυτήν την Παναγία. Κι έπειτα η Παναγιά θα έχει κοντά της πολλά παιδιά της, όλους αυτούς τους κρυφούς Χριστιανούς του Πόντου, που δήλωσαν ως θρήσκευμα, "μουσουλμάνοι" και δεν ανταλλάσσονται. Θα μείνουν πίσω έρημοι. Πόσο θα την χρειάζονται! 
     Αποφασίζουν να κρύψουν τα τρία κειμήλια στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας. Απέχει δυο χιλιόμετρα απ' το Μοναστήρι κι είναι πολύ ταπεινό, δεν δίνει στόχο στους απίστους. Νύχτα ασέληνη πέντε μοναχοί κατηφορίζουν το μονοπάτι τους και περνούν στην απέναντι πλαγιά. Οι τρεις κουβαλούν το θησαυρό τους κι οι άλλοι δυο αξίνες και φτυάρια. Ψέλνουν την Παράκληση σιγανά, σχεδόν άφωνα. Δεν έχουν φωνή όχι από φόβο, αλλά από τη συγκίνηση. Δίπλα στο Ιερό του ξωκλησιού ανοίγουν λάκκο και παραχώνουν τα κειμήλια αφού τα αποχαιρετήσουν με δάκρυα κι άφατο πόνο. Επιστρέφουν στη Μονή για να την εγκαταλείψουν οριστικά σε λίγες ημέρες. Θα φτάσουν μετά από μακρύ ταξίδι στη Θεσσαλονίκη κι εκεί θα σκορπίσουν, όπως άλλωστε και όλες οι προσφυγικές ροές των Ποντίων.
     1930: Νέα σελίδα στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας. Μετά από τη Συνθήκη της Λωζάνης και τις δραματικές της συνέπειες για τον ελληνισμό της Μικρασίας σιγά-σιγά τα πράγματα ηρεμούν και ομαλοποιούνται τόσο στο εσωτερικό της Ελλάδας όσο και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.  Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού υπογράφουν το Σύμφωνο Φιλίας Τουρκίας-Ελλάδας στην Άγκυρα. Έτσι είναι η πολιτική. Απρόσμενα μεταβάλλεται... Μάλλον οι πολιτικοί μεταβάλλουν απόψεις κινούμενοι μεταξύ μεγαλοϊδεατισμών και ρεαλισμού. Αφού προηγήθηκε η δεκαετία της Μεγάλης Ιδέας και των πολεμικών συγκρούσεων που  οδήγησαν στην απελευθέρωση της Μακεδονίας-Ηπείρου και Θράκης αλλά και στην Μικρασιατική καταστροφή και την Ανταλλαγή, τώρα έρχεται η σειρά του ρεαλισμού. Οι δυο γειτονικοί λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας πρέπει να συνυπάρξουν. Συμφέρει και στα δυο μέρη να ζήσουν ειρηνικά και να συνεργαστούν σε κάποιους τομείς. Το Σύμφωνο Φιλίας είναι το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Ακολουθεί ανταλλαγή επισκέψεων και φιλικές συζητήσεις. Μεταξύ των θεμάτων που συζητούνται είναι και οι περιουσίες των ανταλλάξιμων πληθυσμών, αλλά και κάποια πολύ ειδικά θέματα, όπως το αίτημα των Ελλήνων Ποντίων να δοθεί άδεια σε μια ομάδα τους να μεταβεί στην Παναγία Σουμελά για να βρει τα ενταφιασμένα ιερά κειμήλια της Μονής και να τα μεταφέρει στην Ελλάδα. Δεν αντέχουν μακριά από την Παναγιά τους!
    Η άδεια δίνεται κι αμέσως καταστρώνεται το σχέδιο του ταξιδιού. Αναζητούνται επιζώντες μοναχοί οι οποίοι θα υποδείξουν τον ακριβή τόπο ταφής των ιερών αντικειμένων. Στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης ζει ο υπέργηρος Iερεμίας, ο οποίος αρνείται να πάει. Δεν τον βαστούν πια τα πόδια του... Στον Άγιο Θεράποντα στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης είναι εφημέριος και προϊστάμενος ο Aμβρόσιος Σουμελιώτης. Αυτός αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας την αποστολή. Παίρνει ακριβείς πληροφορίες και οδηγίες  από τον μοναχό Iερεμία και στις 14 Οκτωβρίου του 1931 φεύγει για την Πόλη εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας  και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. 
Με πολλή αγωνία και πίστη ο Αμβρόσιος φτάνει στην Αγία Βαρβάρα και εντοπίζει τα κειμήλια σε καλή κατάσταση. 
(Το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου είναι μία χειρόγραφη αντιγραφή των τεσσάρων Ευαγγελίων.  Είναι το θαύμα της Υπεραγίας Θεοτόκου το οποίο επιτελέσθηκε επί του Οσίου Χριστοφόρου, του τρίτου κτήτορα της Ιεράς Μονής Παναγίας Σουμελά του Πόντου. Μετά την δεύτερη για άγνωστους λόγους ερήμωση του Μοναστηριού, με εμφάνισή Της η Υπεραγία Θεοτόκος προσκαλεί τον Χριστοφόρο να αναλάβει την ηγουμενία του Ιερού Παλλαδίου Της και στην απορίας του πως αυτός ο οποίος «γράμματα… μὴ μεμαθηκώς» (Ιωαν. 7,15), θα αναλάβει τέτοιας μεγάλης ευθύνης έργο, καθησυχάζεται από την Θεομήτορα ότι σε αυτό το πρόβλημα τη λύση θα δώσει η ίδια Της. Θαυματουργικά ο Όσιος μαθαίνει γραφή και ανάγνωση και αναλαμβάνει την ηγουμενία. Ουσιαστικά αποδέχεται την εντολή Της. Απόδειξη αυτού του θαύματος είναι το χειρόγραφο Ιερό Ευαγγέλιο).  
Λίγες μέρες αργότερα επιστρέφει στην Aθήνα κουβαλώντας τα κειμήλια κι όλο τον Πόντο όπως γράφει ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος».
Για είκοσι χρόνια φιλοξενούνται στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών. Κατά κάποιον τρόπο κλείνει ένας κύκλος. Η Παναγία είχε φύγει από την Αθήνα -άγγελοι μετέφεραν την εικόνα της στον Πόντο- και τώρα επιστρέφει. Όχι για πάντα όμως. Αυτή η εικόνα της Παναγίας πρέπει να είναι μαζί με τους Ποντίους. Είναι η Παναγιά τους. Αρχίζουν λοιπόν αμέσως τις ενέργειες για την ανέγερση ναού προς τιμήν της. Αναζητείται τόπος που να θυμίζει το Όρος Μελά και να βρίσκεται σε περιοχή της Ελλάδας όπου κυρίως έχουν εγκατασταθεί οι Πόντιοι. Στη Βόρεια Ελλάδα, στη Μακεδονία μας, η οποία έχει γίνει μια φιλόξενη νέα πατρίδα για δεκάδες χιλιάδες Ποντίους στο κατάφυτο όρος Βέρμιο πάνω από το χωριό Καστανιά εντοπίζεται αυτός ο χώρος και αμέσως κηρύσσεται πανποντιακή κινητοποίηση. Παρά τη φτώχεια τους οι πρόσφυγες δίνουν για την Παναγιά το υστέρημά τους και  πολύ σύντομα ο Κρωμναίος οραματιστής Φίλων Κτενίδης θεμελιώνει εδώ την νέα Παναγία Σουμελά.
δίπλα στην εκκλησία της Παναγίας Σουμελά
    Το 1952 στον ναό αυτό "ενθρονίζεται" με κάθε τιμή η Παναγία και σαράντα χρόνια αργότερα στον νέο μεγαλειώδη ναό που στο μεταξύ έχει ανεγερθεί μεταφέρονται από το Βυζαντινό Μουσείο και τα άλλα δύο κειμήλια, ο Σταυρός του Μανουήλ Κομνηνού και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου.

Στις πλαγιές του Βερμίου πλέον βασιλεύει η Κυρά του Πόντου. Από τα πανύψηλα έλατα του όρους Μελά βρέθηκε στις καστανιές, τις οξιές, τις βελανιδιές και τα έλατα του Βερμίου. Κι έγινε ο νέος της Ναός με όλα τα παρεμφερή κτίρια και τους ξενώνες που τον περιβάλλουν το παγκόσμιο κέντρο του ποντιακού ελληνισμού, δικαιώνοντας τον Λεωνίδα Ιασωνίδη που το 1931 έγραφε στην εφημερίδα "Πατρίς".
 «Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι!. Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:
Eμέν Kρωμναίτε λένε με
Kανέναν κι φογούμαι.
Ση Σουμελάς την Παναγιάν
θα πάγω στεφανούμαι!»

*Υπάρχει μια ασάφεια ως προς τον χρόνο ανεύρεσης της ιερής εικόνας της Παναγίας Αθηνιώτισσας. Άλλοι την τοποθετούν στον 4ο αιώνα μ.Χ. και άλλοι, όπως ο Γέρων Μωυσής Αγιορείτης, στον 10ο αιώνα μ.Χ.. Προτίμησα την δεύτερη μαρτυρία γιατί στην Παναγία Αθηνιώτισσα  αφιερώθηκε ο χριστιανικός Ναός  στον Παρθενώνα, τον οποίο μαρτυρείται πως εγκαινίασε ο Ιουστινιανός τον 6ο αιώνα. Υποθέτω πως ακόμη θα υπήρχε εκεί η ομώνυμη εικόνα. Ούτως ή άλλως υπάρχει μια αυθαιρεσία εκ μέρους μου για την οποία ζητώ συγνώμην...



Δεν υπάρχουν σχόλια: