Αναγνώστες

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Προυσιώτισσα



     Μέρες τώρα ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ψήνεται στον πυρετό. Παραμιλάει και χάνεται σ' έναν δικό του κόσμο. Τα παλικάρια του τον έχουν ξεγραμμένο. Του έχουν κάνει ό,τι γιατροσόφια ήξεραν. Έφεραν και πρακτικούς γιατρούς. Αλλά καμιά βελτίωση δεν είδαν.
    Απόψε μέσα στο παραμιλητό του φωνάζει την Κυρά. Τα παλικάρια του μπαίνουν στο νόημα και μαζεύονται τριγύρω του. Βγάζουν τα φέσια τους και σταυροκοπιούνται. Γιατί η Κυρά είναι η Παναγιά του Πυρσού ή Προυσού, η Κυρά της Ρούμελης. Κι όπως είναι μαζεμένοι όλοι μαζί την παρακαλούν για τον αρχηγό τους μ' όλη τη δύναμη της ψυχής τους. "Της Ελλάδος απάσης συ προΐστασαι πρόμαχος και τερατουργός εξαισίων τη εκ Προύσσης εικόνι Σου, Πανάχραντε Παρθένε Μαριάμ..." ψάλλει ο Κίτσος που ήταν και ψάλτης στο χωριό του. Ύστερα όλοι ηρεμούν κι ο Καραϊσκάκης βυθίζεται σε ύπνο βαρύ αλλά ήσυχο.
     Την επόμενη μέρα ξυπνά απύρετος και κεφάτος. Με τη βοήθεια του ψυχογιού του, του Δυσσέα, αλλάζει τα ρούχα του, νίβει το πρόσωπό του και στέκεται επιτέλους ορθός μετά από δέκα μέρες πυρετού κι αδυναμίας. Τα παλικάρια του συνάζονται κοντά του έκπληκτα.
     "Είμαι καλά, ωρέ!" τους λέει. "Κι αν θέλετε να μάθετε ήρθε η Κυρά στον ύπνο μου και με δρόσισε και μου πήρε τον πυρετό. Και τώρα θα πάμε να την ευχαριστήσουμε!"
    Με τα παρακάλια των κλεφτών του περιμένει δυο-τρεις ημέρες να πάρει τ' απάνω του κι ύστερα ξεκινούν για τη Μονή της Παναγιάς. Είναι δρόμος δύσκολος σε τραχιά βουνά που μπλέκουν το ένα πάνω στο άλλο και φτιάχνουν τον ορεινό όγκο του Καρπενησιού. Ανάμεσα στην Καλιακούδα και τη Χελιδόνα σε μια χαράδρα αβυσσαλέα στέκει φρουρός ακοίμητος η Παναγιά.



 
     Εξασκημένοι όλοι τους στην πεζοπορία και τη σκληράδα της κλέφτικης ζωής περπατούν με σβελτοσύνη. Απόγευμα, την ώρα του Εσπερινού φθάνουν στο Καθολικό της Μονής. Ακουμπούν τ' άρματα και τις ζώνες τους δίπλα στην είσοδο ξεσκουφώνονται και μπαίνουν και σταυροκοπιώντας γονατίζουν μπροστά στην Κυρά.
     Ο αρχηγός τους τάζει να ντύσει την εικόνα της με χρυσό πουκάμισο και τα παράσημά του να τα "κεντήσει" πάνω του...


Παναγία η Οδηγήτρια είναι ο τύπος της ιερής εικόνας 
Η Παναγία κρατά τον Υιό της και μας Τον δείχνει με το χέρι της,
δηλαδή μας οδηγεί προς Αυτόν.


      Στις 23 Αυγούστου στα Εννιάμερα της Παναγίας πανηγυρίζει το Μοναστήρι του Προυσού. Είναι ένα από τα πιο διάσημα Μοναστήρια της Παναγιάς, το μεγάλο προσκύνημα των Ευρυτάνων αλλά και των Αιτωλών και των Ακαρνάνων.
      Χτισμένο σε πολύ απόκρημνη πλαγιά της Καλιακούδας, στο Χαλίκι, φιλοξενεί έναν μοναδικό θησαυρό που βρέθηκε εδώ με τρόπο θαυμαστό: την εικόνα της Παναγίας, την οποία κατά την παράδοση ιστόρησε, ζωγράφισε, ο Ευαγγελιστής Λουκάς ο οποίος ήταν ζωγράφος και μας διέσωσε απεικονισμένες τις μορφές της Παναγίας και του Χριστού.
      Αυτή η εικόνα βρισκόταν στην Προύσα της Μικράς Ασίας κι η Παναγιά είχε δώσει τη χάρη της και πολλά θαύματα μαρτυρούνταν από πιστούς προσκυνητές της. Το 829 η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σπαράσσεται από τη δεύτερη φάση της Εικονομαχίας. Με απρόσμενα και ανεξήγητα σκληρή διαταγή του Αυτοκράτορα Θεόφιλου καταστρέφονται όσες εικόνες είχαν σωθεί από την πρώτη εικονομαχική επίθεση των Ισαύρων. Χιλιάδες εικονίσματα που είχαν τιμηθεί από τους πιστούς, που είχαν με μεγάλη ευλάβεια προσκυνηθεί, που είχαν αγαπηθεί από τους Χριστιανούς καίγονται, θρυμματίζονται, ποδοπατιούνται. Κινδυνεύει και η Παναγία των Προυσαέων. Αλλά όταν θέλει ο Κύριος και η Παναγία οικονομούνται τα πράγματα με τρόπο θαυμαστό.
      Ένα παλικάρι, γόνος πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας, ευλαβής και πιστός νέος, παίρνει νύχτα την εικόνα και με κίνδυνο της ζωής του την μεταφέρει με τη βοήθεια πιστών υπηρετών του στην Ελλάδα, μακριά από την Πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, μακριά από την μανία του Θεόφιλου. Αλλά καθ' οδόν, κάπου εκεί στην Καλλίπολη, στα Δαρδανέλια, κατά τρόπο μυστηριώδη η εικόνα εξαφανίζεται.
      Ο νέος απαρηγόρητος συνεχίζει το ταξίδι του και φθάνει στην Υπάτη της Φθιώτιδας όπου και χτίζει ναό αφιερωμένο στην Σοφία του Θεού. Αυτή η εκκλησιά θα γίνει η παρηγοριά του.
      Στο μεταξύ αρκετά πιο νότια, κάτω από το Καρπενήσι, εκεί που τα βουνά πατούν το ένα πάνω στο άλλο,  κι όπου οι γκρεμοί δυσχεραίνουν την πρόσβαση στους ανθρώπους, εκεί όπου τ' αγριοκάτσικα βασιλεύουν, στο βουνό Χαλίκι, ένα τσομπανόπουλο φυλάγει το κοπάδι του. Σουρουπώνει κι είναι ακόμα έξω. Καθώς σαλαγάει τα ζώα του για να γυρίσουν στο χωριό, ανήσυχο γιατί έχει περάσει η ώρα, βλέπει στην απέναντι πλαγιά που είναι όρθια, θαρρείς, κι απροσπέλαστη μια φωτεινή στήλη. Τρίβει τα μάτια του και ξανακοιτά. Η φωτεινή στήλη λάμπει όλο και περισσότερο κι ουράνιες μελωδίες γλυκαίνουν την ψυχή του. Σταυροκοπιέται και τρέχει να βρει τον πατέρα του. Γίνεται κι εκείνος μάρτυρας του θαυμάσιου θεάματος. Το άλλο βράδυ έρχονται κι άλλοι τσομπαναραίοι. Φανερώνεται πάλι η φωτεινή στήλη. Την επόμενη ημέρα αποφασίζουν να σκαρφαλώσουν στον απότομο βράχο να ανακαλύψουν τι προκαλεί αυτή τη φωταψία. Ο κόπος και η ευλαβική τους περιέργεια επιβραβεύονται. Οι ταπεινοί βοσκοί της Καλιακούδας, όπως άλλοτε εκείνοι οι ταπεινοί βοσκοί της Βηθλεέμ, αξιώνονται να βρουν μέσα σε μια κόγχη του απότομου βράχου "κουρνιασμένη", λες, μιαν εικόνα της Παναγίας που φεγγοβολάει. Την προσκυνούν βαθιά συγκινημένοι. Την άλλη κιόλας ημέρα αρχίζουν να σκάβουν το βράχο για να δημιουργήσουν ένα πλάτωμα όπου θα φτιάξουν ένα μικρό εκκλησάκι για την Παναγιά, η οποία διάλεξε αυτό το μέρος. Ήρθε στον τόπο τους ποιος ξέρει από πού....
    Στο μεταξύ τα νέα για τη θαυμαστή εύρεση της εικόνας ταξιδεύουν. Από στόμα σε στόμα, από χωριό σε χωριό φθάνουν στην Υπάτη. Ο νέος που είχε φέρει την εικόνα από την Προύσα μαθαίνει για την εύρεση της εικόνας. Αμέσως ξεκινάει για το Χαλίκι. Αναγνωρίζει την εικόνα της Παναγιάς. Είναι αυτή που με τόσο κόπο και κινδύνους είχε διασώσει. Ζητεί να την πάρει στην Υπάτη. Οι τσομπάνηδες αναγκάζονται να συμφωνήσουν μπροστά στην επιμονή του. Ο νέος με τους υπηρέτες του περπατούν βόρεια προς την Υπάτη. Κάποια στιγμή κουρασμένοι από την οδοιπορία βρίσκουν σ΄ένα ύψωμα του δρόμου ένα ερειπωμένο εκκλησάκι. Τοποθετούν μέσα την εικόνα και κάθονται να ξαποστάσουν. Αποκοιμούνται κι όταν ξυπνούν η εικόνα είναι άφαντη!!  Ο νεαρός άρχοντας πιστεύει πως οι τσομπάνηδες τους ακολούθησαν και μόλις βρήκαν την ευκαιρία έκλεψαν την εικόνα. Πολύ αναστατωμένος σηκώνει τους υπηρέτες του κι επιστρέφουν πίσω προς το Χαλίκι για να ζητήσει το λόγο και την εικόνα. Τότε όμως ακούστηκε μια γλυκιά γυναικεία φωνή να του λέει: « Ω νέε μου, πήγαινε στο καλό, διότι εγώ αναπαύομαι καλύτερα σ' αυτούς τους άγριους και ορεινούς τόπους με απλοϊκούς βοσκούς παρά σε μεγαλουπόλεις με πλούσιους άρχοντες. Αν θέλεις να μείνεις μαζί μου έλα και θα 'ναι και για καλό σου! » και ξαφνικά πάνω στο βουνό δημιουργήθηκε το τύπωμα της Παναγίας μια τρύπα στην κορυφή του βουνού σε μέγεθος ίση με την εικόνα και πάνω στους βράχους μέχρι το ύψος της πλαγιάς εμφανίστηκαν αποτυπώματα ανθρωπίνου πέλματος. Περπάτησε δηλαδή η Παναγία προς την κορυφή του βουνού διαπερνώντας το για να φτάσει και πάλι στην θέση όπου αυτή διάλεξε να γίνει το μόνιμο κατοικητήριό της εδώ και χίλια περίπου έτη. 


    
    Περνούν λίγες ημέρες. Η εικόνα είναι άφαντη. Το βράδυ της 22ας προς 23η Αυγούστου, ξημερώνοντας τα Εννιάμερα της Παναγιάς, ο βράχος όπου είχε πρωτοβρεθεί το εικόνισμα φωτίζεται λαμπρά. Όλοι οι κάτοικοι της γύρω περιοχής οι οποίοι με αγωνία περίμεναν την εμφάνιση της Παναγίας δοξάζουν το Θεό και τη χάρη Της κι αποφασίζουν να κρατήσουν για πάντα την Παναγία εδώ, στον απόκρημνο τόπο που αυτή διάλεξε χτίζοντάς της εκκλησιά και Μοναστήρι. Ο νέος που την είχε σώσει από την μανία του Θεόφιλου πληροφορείται τα νέα, εγκαταλείπει τα εγκόσμια και κείρεται μοναχός με το όνομα Διονύσιος. Μένει μέχρι το θάνατό του εκεί στο Μοναστήρι, δίπλα στην Παναγιά.

   Εκατοντάδες μοναχοί στο πέρασμα των χρόνων και των αιώνων μόνασαν και κοπίασαν για την αγιότητα στον ευλογημένο αυτόν τόπο. Εκτός από το εκκλησάκι της Παναγίας χτίστηκαν κελλιά και ξενώνες και τράπεζα και αποθήκες. Ένα μεγάλο συγκρότημα δημιουργήθηκε κι έγινε κέντρο πνευματικό, μια φωτεινή άσβεστη λαμπάδα.
    Στα χρόνια του Αγώνα του '21 εδώ ήταν το στρατηγείο των οπλαρχηγών της Ρούμελης.
    Ο Λάμπρος Κατσώνης, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κατέφευγαν εδώ με τα παλικάρια τους. Όπως είδαμε ο Καραϊσκάκης ευγνώμων προς την Παναγία που τον εθεράπευσε από τις θέρμες της δώρισε το χρυσασημένιο της πουκάμισο. Μάλιστα τα παράσημά του έγιναν στολίδια πάνω σ' αυτό το πουκάμισο.  Ήταν η Κυρά του, η αγαπημένη του. Στο Σκευοφυλάκιο της Μονής φυλάσσεται μέχρι σήμερα όλος ο οπλισμός του. Έχτισε μάλιστα και δυο πύργους για να προστατεύει τη Μονή από ληστρικές επιδρομές.



   Στο ιστορικό της μονής αναφέρεται ότι επί τουρκοκρατίας καταστράφηκε πολλές φορές. 
   Η τελευταία όμως καταστροφή, που μετέβαλε τα κτίρια σε σωρούς ερειπίων, έγινε το 1944 μ.Χ. από τους Γερμανούς. Μετά την καταστροφή των κτισμάτων, ένας αξιωματικός θέλησε να κάψει και την εκκλησία. Προσπάθησε πολλές φορές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ενώ λοιπόν στεκόταν απ'  έξω κι έδινε διαταγές, τιμωρήθηκε παραδειγματικά από το χέρι της Παναγίας. Μια αόρατη δύναμη τον έριξε με ορμή πάνω στο πλακόστρωτο. Το χτύπημα ήταν δυνατό, και ο Γερμανός ανίκανος να σηκωθεί. Τον σήκωσαν οι στρατιώτες του και τον έβαλαν πάνω σε ζώο για να τον μεταφέρουν στο Αγρίνιο. Ο ναός παρέμεινε αβλαβής, όπως είχε διασωθεί ακέραιος δια μέσου των αιώνων.

   Πέρασαν άλλα τέσσερα χρόνια. Ο εμφύλιος πόλεμος μαίνεται τώρα στην ελληνική ύπαιθρο. Οι κάτοικοι της Ευρυτανίας και ορεινής Ναυπακτίας εγκαταλείπουν τα χωριά τους και καταφεύγουν για ασφάλεια σε άλλα μέρη της Ελλάδος. Τους ακολουθεί και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Μεταφέρεται από τους μοναχούς του Προυσού στη Ακρόπολη της Ναυπάκτου. Το μοναστήρι παραμένει τελείως έρημο.

   Ύστερα από καιρό αρχίζουν οι επιχειρήσεις του στρατού. Η ενάτη μεραρχία αναλαμβάνει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Ευρυτανία. Μερικά τμήματα περνούν από τον Προυσό. Κάποιοι αξιωματικοί και στρατιώτες πλησιάζουν στη σκοτεινή εκκλησούλα της σπηλιάς και μπαίνουν για να προσκυνήσουν. Αντικρίζουν ένα παράδοξο θέαμα: Μπροστά το τέμπλο, στ' αριστερά της ωραίας πύλης, το καντήλι είναι αναμμένο και μια καλόγρια γονατιστή. Οι στρατιώτες απορούν. Πώς ζει αυτή η μοναχή εδώ,τη στιγμή που όλη η Ευρυτανία είναι τελείως έρημη από κατοίκους; Πώς συντηρείται, τι τρώει, πού βρίσκει λάδι για το καντήλι; Την ερωτούν λοιπόν, κι εκείνη σεμνά και πονεμένα τους απαντά: «Παιδιά μου, ζω εδώ μοναχή μου δυόμισι τώρα χρόνια. Για τη δική μου ζωή δεν χρειάζεται φαγητό και ψωμί. Μου αρκεί ότι έχω το καντήλι μου αναμμένο». Οι στρατιώτες, κουρασμένοι από τις επιχειρήσεις και βιαστικοί να φύγουν, δεν δίνουν προσοχή στα λόγια της.
   Την επομένη όμως, καθώς φέρνουν στη μνήμη τους τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας καταλαβαίνουν  πως πρόκειται για κάτι θαυμαστό. Όταν φθάνουν στη Ναύπακτο επισκέπτονται τον Μητροπολίτη Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Χριστόφορο. Τους υποδέχεται με αγάπη και τους ακούει συγκινημένος. «Ο ναός, που επισκεφθήκατε, ανήκει στην έρημη τώρα ιερά Μονή Προυσιώτισσας, της οποίας η θαυματουργή εικόνα βρίσκεται πάνω από δύο χρόνια εδώ, στο παρεκκλήσι της μητροπόλεως μας, στον άγιο Διονύσιο. Πηγαίνετε να την προσκυνήσετε, και θα καταλάβετε». 

   Οι στρατιώτες με τους αξιωματικούς του πράγματι πηγαίνουν στον Άγιο Διονύσιο. Κι εκεί καθώς σκύβουν να προσκυνήσουν την εικόνα της Θεομήτορος, την Οδηγήτρια, την Προυσιώτισσα αναγνωρίζουν στο πρόσωπό της τη μοναχή που είχαν συναντήσει στο εκκλησάκι της σπηλιάς!!!!
   *Άπειρα τα θαύματα της Παναγίας μας! Απροσμέτρητη η αγάπη της για την Ελλάδα μας. Κάθε σπιθαμή της γης μας είναι ευλογημένη από την Παναγιά μας.
     Ξημερώνει η μέρα που η εκκλησία μας τιμά τα Εννιάμερά της, τη μέρα που αποκαλύφθηκε η Μετάστασή της. 
    Ας την παρακαλέσουμε απόψε θερμά να πρεσβεύει για την Ελλάδα μας. 
    Ας γίνει η Οδηγήτρια του λαού μας για να βγούμε με τη βοήθειά της από τα αδιέξοδα και τις τεράστιες δυσκολίες μας!!!









Δεν υπάρχουν σχόλια: