Αναγνώστες

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Σαν σήμερα...



Ανάμεσα στα πολύ γενναία παλικάρια του Μακεδονικού αγώνα ξεχωρίζει ο Καπετάν-Άγρας, ο Εύελπις από τους Γαργαλιάνους της Μεσσηνίας, που άφησε όπως κι ο Παύλος Μελάς το βόλεμα και την καριέρα του και ζήτησε να τοποθετηθεί στον Τίρναβο, δίπλα στα ελληνοτουρκικά σύνορα για να περάσει με την πρώτη ευκαιρία στη σκληρά δοκιμαζόμενη κι απ’ όλους τους γείτονές μας διεκδικούμενη Μακεδονία.  Βάση του αγώνα του έγινε ο Βάλτος, η θρυλική λίμνη των Γιαννιτσών, όπου σιωπηλά αλλά αποφασιστικά παιζόταν η τύχη της Μακεδονίας. Προσωπικός του ορκισμένος αντίπαλος ο αρχικομιτατζής Γιοβάν Ζλατάν.
Η απίστευτα δύσκολη διαβίωση στο Βάλτο με τα κουνούπια και την ελονοσία, με τη φοβερή υγρασία και τη λιγοστή τροφή, με τις ατέλειωτες αγρύπνιες και τις ενέδρες των εχθρών κλόνισαν την υγεία του.
Φεύγει από το Βάλτο, αλλά δεν εγκαταλείπει τον Αγώνα. Τον βρίσκουμε στη Νάουσα με τον γενναίο σύντροφό του τον Αντώνη Μίγκα να αγωνίζεται για την αγαπημένη του Μακεδονία. Αλλά, αν και είναι ικανότατος  στα στρατιωτικά και τον πόλεμο, θα αποδειχτεί πολύ έντιμος κι αγνός κι εύκολο θύμα στη διπλωματία. Βούλγαροι του Βερμίου, υποκινούμενοι από τον Ζλατάν, του προτείνουν κρυφή συνάντηση που θα αποβλέπει στη σύμπραξη και συνεργασία των Ελλήνων με τους Βουλγάρους εναντίον των Τούρκων. Ο Άγρας πέφτει στην παγίδα. Πηγαίνει στη συνάντηση, στην τοποθεσία Ρακόβραχο του Βερμίου, άοπλος με τον φίλο του τον Μίγκα κι άλλα τρία παλικάρια . Οι Βούλγαροι τους συλλαμβάνουν. Αφήνουν ελεύθερα τα τρία παλικάρια και κρατούν τον Καπετάν-Άγρα και τον Αντώνη Μίγκα. Επί τρεις ημέρες τους περιφέρουν στα χωριά της περιοχής, από το Βέρμιο ως το Καϊκακτσαλάν, σαν τρόπαια και λάφυρα νίκης, χτυπώντας, βρίζοντας, εξευτελίζοντάς τους. Στις 7 Ιουνίου του 1907 ακούγεται ότι καταφθάνουν τα παλικάρια του Άγρα για να ελευθερώσουν τον αρχηγό τους. Οι κομιτατζήδες φοβούνται. Για να απαλλαγούν από τους κρατούμενούς τους και να γλιτώσουν οι ίδιοι κρεμούν τους δυο εθνομάρτυρες σε μια καρυδιά του χωριού Τέχοβο κοντά στην Έδεσα, που από τότε ονομάστηκε Καρυδιά. Διατάζουν μάλιστα τους κατοίκους του χωριού να μην πλησιάσουν τα κρεμασμένα κορμιά, να μη διανοηθούν να τα θάψουν. Τα θέλουν κρεμασμένα, τρανές αποδείξεις της θηριωδίας και της ατιμίας τους. Όλοι κλείνονται φοβισμένοι στα σπίτια τους.
Μόνο τρεις γυναίκες, τρεις Μαρίες, τρεις μυροφόρες, επαναλαμβάνουν την ηρωική, τη μεγαλειώδη πράξη της Αντιγόνης της ηρωίδας του Σοφοκλή. Αναλαμβάνουν το φρικιαστικό και ιερό συνάμα έργο του ενταφιασμού των δυο νεκρών ηρώων. Αγνοούν τις οργισμένες φοβέρες των δολοφόνων Βουλγάρων και με κίνδυνο της ζωής τους τη νύχτα καταπιάνονται με το ξεκρέμασμα, τον καθαρισμό, τον νεκροστολισμό και την ταφή τους. Με τη βοήθεια του Καπετάν-Σταφίδα μεταφέρουν τους νεκρούς στο γειτονικό χωριό Βλάδοβο και τους ενταφιάζουν στον περίβολο του ναού του Αγίου Δημητρίου. Δυο μέρες αργότερα τα παλικάρια του Καπετάν-Άγρα παγιδεύουν και εξοντώνουν τον Ζλατάν και τη συμμορία του.
Ο Καπετάν –Άγρας κι ο Αντώνης Μίγκας βρήκαν τραγικό θάνατο, αλλά πέρασαν στην αθανασία των ηρώων και τα ονόματά τους γράφτηκαν ανεξίτηλα στην εθνική μας μνήμη. Ο θάνατός τους έγινε φως για όλους τους Έλληνες. Σε όλους μας πρόσφεραν θησαυρό ανεκτίμητο: την πάγκαλη ελληνική ψυχή τους που την ασφαλίσαμε στης ψυχής μας το μυροδοχείο σαν πολύτιμο κι άσωτο μύρο.



Δεν υπάρχουν σχόλια: