Αναγνώστες

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Οι γενιές που έτρεφαν αγίους (3η συνέχεια)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ - ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΠΟΡΕΙΑ

Χρόνια κλώθω στη σκέψη μου, σαν τη νοικοκυρά που γνέθει το μαλλί στην ηλακάτη, αυτό που διάβασα κάποτε σ' ένα βιβλίο, γραμμένο από ένα κρυστάλλινο μυαλό, που δεν ήταν θεολόγος, αλλ' άνθρωπος που αγαπούσε του τόπου μας τις ομορφιές. 
"Κάθε Μονή είναι το μεγάλο Μοναστήρι, όπου όλα είναι απόλυτα, όλα γίνονται με ακρίβεια, χωρίς οικονομίες και παρεκκλίσεις. Είναι ο παράδεισος, που καλλιεργεί τις αρετές ως τη μοναδική του επιδίωξη. Είναι το ιερό βήμα του τόπου που στέκεται. Είναι η κατάπαυση των ανθρώπων. Εκεί κανείς σαββατίζει από τα του κόσμου βάσανα και προσμένει την ογδόη ήμερα. Το σπίτι, η οικογένεια, είναι το μικρό μοναστήρι, που με μια ελάχιστη διαφορά προσπαθεί να βιώνει τη ζωή του μεγάλου Μοναστηρίου. Νηστεύει, προσεύχεται, λειτουργείται, εργάζεται όπως το μεγάλο Μοναστήρι. Στην καθημερινή του ζωή αυτό έχει πρότυπο και προσπαθεί να του μοιάσει. Εκεί καθρεπτίζεται, οσάκις θέλει να καμαρώσει την ομορφιά του.
Ο πατέρας είναι ο Γέροντας του σπιτιού, που όλοι τον υπακούνε, και η μάνα οικονόμισσα του σπιτιού, που όλοι τη σέβονται και την αγαπάνε. Δε χάνεται η πατρότητα κι η αρρενωπή αγάπη του πατέρα μέσα στα χάδια, τις τρυφερότητες και συμπάθειες της μάνας. Ο πατέρας δεν καταντάει κουβαλητής μόνο του σπιτιού, γιατί η οικογένεια δε στοιχίζεται στου γείτονα τα ξενικά φερσίματα (δεν ακούς, έτσι κάνει κι ο γείτονας) αλλά στην αγία παράδοση του Μοναστηριού, σε δοκιμασμένο τρόπο ζωής. 
Κι έλεγε κείνο το κρυστάλλινο μυαλό: "Όλες οι προσπάθειες των πνευματικών ανθρώπων πρέπει να αποβλέπουνε στη συντόμευση της απόστασης μεταξύ Μονής και οικογένειας, στη γεφύρωση τον χάσματος, ώστε οι λαϊκοί και οι μοναχοί να ζούνε πολύ κοντά και μάλιστα χωρίς να προσπαθούνε να κάνουν οπαδούς, ούτε οι μοναχοί, ούτε οι πνευματικοί ταγοί, αλλά συμπόρευση στη Βασιλεία των ουρανών".
Αυτό το γεφύρωμα, την παράλληλη πορεία, την έζησα πέρα για πέρα στα παιδικά μου χρόνια. Γι' αυτό κι όταν εισήλθα στο Μοναστήρι, δε δυσκολεύτηκα καθόλου, ούτε να υπακούω, ούτε να αγρυπνώ, ούτε να νηστεύω, ούτε να διακονώ. Είδα το Μοναστήρι ως φυσική απόληξη των παιδικών μου χρόνων. Μου φάνηκαν από την αρχή όλα όμορφα και πανεύκολα. Ήταν ασέβεια να παρακούσω τον πατέρα, όπως οί μοναχοί το Γέροντα στο Μοναστήρι. Και ήταν αγνωμοσύνη μεγάλη να μη σεβαστώ τη μάνα που θυσιαζόταν για όλους.
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ - ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Αν ο ιερέας συναντούσε κάποιες λειτουργικές ή ποιμαντικές δυσκολίες, με πολλή εμπιστοσύνη αποτεινότανε στο Μοναστήρι. Όταν κοιμήθηκε κάποιος που τον κατηγορούσανε για μασόνο, ο παπάς αποτάθηκε στο Μοναστήρι, αν πρέπει να κάνει κηδεία. Δεν το αποφάσιζε μόνος του. Και σε βεβαρημένες περιπτώσεις εξομολογήσεων τους παρέπεμπαν στο Μοναστήρι. Δεν έπαιρναν ευθύνη. Άλλωστε στη συνείδηση των Παριανών κατ' εξοχήν πνευματικός είναι ο ηγούμενος ή ο παπάς του Μοναστηριού.
Η εκκλησιαστική ζωή στο χωριό ήταν πιστό αντίγραφο του Μοναστηριού. Ο Όρθρος κι ο Εσπερινός τηρούνταν απαρασάλευτα. Αν στην ώρα δε χτυπούσε η καμπάνα, όλοι ρωτούσαν: "Λείπει ο παπάς; Είναι άρρωστος; Γιατί δε χτύπησε Εσπερινό;" Ο Εφημέριος του χωριού ήτανε πάντα ο παπάς μας, ο δικός μας παπάς, όποιος κι αν ήτανε. Έτσι η αγαπητική διάθεση για τον παπά εξαφάνιζε την ιεροκατηγορία. Αν κάποιος έλεγε κάτι κακό κατά του παπά, άκουγε την επιτιμητική απάντηση: "Εκεί που στέκεται ο παπάς, εμείς δεν μπορούμε να σταθούμε".
Σ' όλες τις ακολουθίες, τις καθημερινές λειτουργίες και τις προηγιασμένες έψελναν γυναίκες, που αν και ήταν απαίδευτες, διάβαζαν κι έψαλλαν σωστά, και μάλιστα διατηρούσαν το πομπώδες ύφος της Ανατολής, η φωνή τους γέμιζε τους θόλους των Εκκλησιών. Από τα βαθιά χαράματα, παρά τις υποχρεώσεις τους, βρίσκονταν στις Εκκλησίες, σαν τις Μυροφόρες στον τάφο του Χριστού. Και τα παιδιά δεν απουσιάζαμε από το χορό τους. Από αυτές έμαθα και να ψάλλω και να διαβάζω και να γονατίζω και να προσκυνώ και να σταυροκοπιέμαι, πότε να στέκομαι όρθιος και πότε να κάθομαι. Ήξεραν πότε πρέπει να κάμουν σταυρό και ήταν πάντα το χέρι έτοιμο να σταυροσημειωθούνε. Κουπί το χέρι για σταυρό στην ακολουθία. Το άκουσμα Χριστός, Παναγία, όνομα αγίου, είχε σταυρό. Και καθετί που πράττανε, δεν το έκαναν γιατί απλά έτσι το παρέλαβαν, έτσι το είδαν στους παλιούς, αλλά είχανε βαθιά επίγνωση των τελουμένων στο χώρο της Εκκλησίας.
Ποιος μεταλάμβανε, χωρίς να συνδιαλλαγεί με τον αδελφό του; Είτε έφταιγε Είτε όχι, η μετάνοια γινότανε βαθιά. Ποια γιαγιά δε στεκότανε σεβίζουσα στον Εξάψαλμο και στον Προοιμιακό και δε μετάνοιζε στην «Τιμιωτέρα»; Τώρα μήτε όρθιοι στέκονται. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει καθίσματα, αλλά στασίδια, λίγο ν' ανακούφισεις τη μέση σου. Η ορθία στάση ήταν πάντα η στάση της προσευχής.
Κι ο χαιρετισμός μεταξύ των ανθρώπων πόση χαρά είχε! Αν δε χαιρετούσες, δεν καλημέριζες τον πλησίον σου και τον αδελφό σου, ήτανε λόγος αποχής από τη θεία Κοινωνία! Κι εκείνος ο πασχαλιάτικος χαιρετισμός, "Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη!", πόσο μεγαλείο είχε! Οι βαρύτονες φωνές του γεωργού και του ψαρά έκαναν τα βουνά και τις θάλασσες ν' αντιλαλούν το "Χριστός ανέστη!" και το "Αληθώς ανέστη!" Και αυτό σαράντα μέρες διαλαλείτο από τους πιστούς. Και τώρα, μια μέρα και μόλις ακούγεται. Λες, "Χριστός ανέστη!" και παίρνεις την ελεεινή απάντηση, "Χρόνια πολλά". Άραγε θα γυρίσουνε τα χρόνια και θα έρθουν οι καιροί της χαράς και της αγάπης; Κι ο ασπασμός όλων των ανδρών στην προσκύνηση του Ευαγγελίου την ημέρα του Πάσχα ήταν κάτι ξεχωριστό και μια ζεστασιά μεταξύ των ανθρώπων. Τώρα νεκρική παγωνιά. Ντουβάρια σηκώσαμε μεταξύ μας. Μήτε χαιρετιόμαστε, μήτε ασπαζόμαστε.
Γνώριζαν στην Απόλυση να κατεβαίνουν από τα στασίδια. Ήταν ώρα αρχοντιάς. Έπρεπε να αφανιστεί κάθε λογισμός αντιπαλότητας και να έρθει ο ένας κοντά στον άλλο και όλοι μαζί κοντά στον παπά, για να αποχαιρετιστούνε με τον παπά, μεταξύ τους, και με τους Αγίους. Ήτανε ή ώρα της μεγάλης ευχής, της μεγάλης αίτησης, το μεγάλο παρακάλιο του παπά, όλοι οι Άγιοι να δεηθούνε, να μας ελεήσει ο Θεός. Πόσο φτωχή είναι αυτή ή ευχή της Απολύσεως, όταν μνημονεύονται ελάχιστοι Άγιοι! "Μνημόνευε, έλεγαν οι παλιοί παπάδες, όλους τους Αγίους, από τους πρώτους μέχρι τους νεωτέρους, για να αποδεικνύεται πως το Πνεύμα το Άγιο υπάρχει πάντα στην Εκκλησία και αναδεικνύει Οσίους και Μάρτυρες. Κανένας δεν έστρεφε προς την πόρτα, αν δεν άκουγε το «Δι' ευχών». Άκουσα γυναίκα να παρατηρεί το σύζυγο της, που έφυγε πριν το «Δι' ευχών» από τη Λειτουργία με τα εξής λόγια: "Έφυγες προ του «Δι' ευχών» σαν τον Ιούδα, που έφυγε πριν τελειώσει το μυστικό τραπέζι και μπήκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, για να παραδώσει το Χριστό. Ιούδας λοιπόν ο αποχωρών προ της Απολύσεως.
Μια εικόνα ακόμα, που διατηρώ πολύ ζωντανή στη θύμηση μου, είναι ο τρόπος που εκκλησιάζονταν ορισμένες απλές ψυχές. Ούτε στους μοναχούς δε συνάντησα τόση αληθινή παρουσία στη λατρεία. Αυτοί οι ευλογημένοι, παρά το γήρας τους, έστεκαν στηριγμένοι στο ροζιάρικο ραβδί τους μπροστά στο σολέα, σα να ήτανε πρώτη φορά που άκουγαν θεία Λειτουργία. Με ανοιχτό το στόμα κι ορθάνοιχτα μάτια, καρφωμένα κυριολεκτικά στο θυσιαστήριο, παρακολουθούσαν τα τελούμενα. Τα ηλιοκαμένα και θαλασσοδαρμένα τους πρόσωπα έλαμπαν από χαρά. Όταν κάποιος παπάς στο χωριό λειτουργούσε πολύ πρωί και σχεδόν κάθε μέρα, και δινόταν έτσι ή δυνατότητα στον εργαζόμενο να παρακολουθήσει τη θεία Λειτουργία, άκουσα αγρότη, μόλις κάθισε στο γαϊδουράκι του, να μονολογεί τα εξής σταυροσημειούμενος: "Δόξα τω Θεώ, άκουσα και σήμερα τη Λειτουργία!. Μεγάλο πράγμα να λειτουργείσαι κάθε μέρα. Γίνεσαι και συ Άγιο Βήμα, Ιερό θυσιαστήριο. Κύριε, μη μου το στερήσεις".

Το Μοναστήρι στο οποίο αναφέρεται ο Ηγούμενος Γρηγόριος είναι η ανδρώα Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας:
Στον δρόμο μεταξύ Παροικιάς και Νάουσας της Πάρου βρίσκεται η ανδρική Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας, μια από τις σπουδαιότερες μονές του 19ου και του 20ου αιώνα στην Ελλάδα, ενώ ηγούμενός της, για πολλές δεκαετίες μέχρι την κοίμησή του, το 1980, υπήρξε ο μακαριστός όσιος γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος.
Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1638 από τον πρόκριτο της Ναούσης Χριστόφορο Παλαιολόγο (το Καθολικό κτίσθηκε το 1657).
Το 1652 η μονή της Λογγοβάρδας έγινε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή. Πέρασε σκληρές δοκιμασίες ώστε στα 1800 με 1825 να ερημωθεί και να εγκαταλειφθεί. Αλλά η θεία πρόνοια παρουσίασε νέους κτίτορες: τον Φιλόθεο Γεωργίου και τον Ιερόθεο Ιωάννου και τους ανεψιούς του δεύτερου Φιλόθεο και Ιερόθεο Βοσυνιώτες, αδελφούς από την Πελοπόννησο. Η περίοδος αυτή της μονής (1825 - 1930) χαρακτηρίζεται ως ο «χρυσούς αιώνας» της Λογγοβάρδας, όπου έζησαν άγιοι και σοφοί αναχωρητές με ηγουμένους τους ανωτέρω Φιλοθέους καί Ιεροθέους.
Η επόμενη σπουδαία περίοδος της μονής (1930 - 1980) καλύπτεται από την παρουσία και δράση του κορυφαίου ηγουμένου της πατρός Φιλοθέου Ζερβάκου.
Ο όσιος γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος διακρίθηκε για το πνευματικό και φιλανθρωπικό του έργο, ως μια από τις σημαντικότερες μορφές της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα τον 20ο αιώνα. Βοήθησε πολλά παιδιά φτωχών οικογενειών της Πάρου να σπουδάσουν. Και στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, προστάτεψε αντιστασιακούς και συμμάχους, ενώ ήταν εκείνος που έσωσε από την εκτέλεση 125 ομήρους, μεσολαβώντας με αυτοθυσία στον Γερμανό διοικητή. Κάθε χρόνο στο μοναστήρι, στις 23 Ιουλίου, εορτάζεται η ανάμνηση αυτού του γεγονότος, όταν με την μεσιτεία του αγίου γέροντος Φιλόθεου Ζερβάκου, η Παναγία απέτρεψε την εκτέλεση των 125 νέων της Πάρου ως αντίποινα για το σαμποτάζ στο γερμανικό αεροδρόμιο. Επίσης, με την προτροπή του, οι μοναχοί της μονής πολέμησαν στην Αλβανία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: