Αναγνώστες

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Οι γενιές που έτρεφαν αγίους (Συνέχεια από το προηγούμενο)

 Στα σημερινά σπιτικά, όπου πλάθεται η επόμενη γενιά, την πρωτεύουσα και κεντρική θέση στην καθημερινή ζωή έχει η τηλεόραση και το internet που περνούν φυσικά τα δικά τους μηνύματα και ψευτοϊδανικά. Αλλά και η αγωγή που υποτίθεται πως εμείς οι γονείς δίνουμε στα παιδιά μας είναι απίστευτα εγωκεντρική και ανταγωνιστική. Σύνθημά μας -κι αν δεν το φωνάζουμε με λόγια, πάντως το μαρτυρούν τα έργα μας- είναι η καλοπέραση, το βόλεμα, το κυνήγι του πλούτου και της εφήμερης δόξας. Ακόμα και μέσα σε οικογένειες τάχα χριστιανικές δεν συναναντάς πια αυτό το άδολο πνεύμα ταπείνωσης, αγάπης, πίστης, ασκητισμού που μας περιγράφει πάρα πολύ όμορφα και γραφικά ο Γέροντας Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος, Ηγούμενος της Μονής Δοχειαρίου του Αγίου Όρους, καθώς ανακαλεί και καταθέτει τις αναμνήσεις των παιδικών του βιωμάτων στο νησί του, την Πάρο. Ας πάρουμε μια μικρή γεύση εκείνης της αγνής εποχής, της καθημερινότητας εκείνων των γενεών που ανέτρεφαν Αγίους. (Συνέχεια από το προηγούμενο)
"Κανείς δεν περνούσε μπροστά από Εκκλησία, χωρίς να σταυροκοπηθεί.
Είδα ανθρώπους, μπορώ να πω "άχρηστους", το πρωί που περνούσαν μπροστά από Εκκλησιές, για να φτάσουν στη δουλειά τους, να κάνουν συνέχεια το σταυρό τους. Ήτανε το χωριό μικρό μοναστήρι, που στοιχιζότανε, όχι μόνο στις γιορτές αλλά και στην καθημερινή ζωή, στου μεγάλου Μοναστηριού την ακρίβεια. 
Έφερε μια κόρη τη μάνα της τη Μ. Παρασκευή να προσκυνήσει το Σταυρό. Κι άρχισε η γιαγιά να ζητά να προσκυνήσει όλες τις εικόνες. Νευρικά η κόρη της προσπάθησε να την αποτρέψει κι η γριά μάνα της απάντησε, με λόγια που ποτέ δε θα ξεχάσω: "Εγώ, παιδί μου, που ήρθα στην Εκκλησία σήμερα, δεν είμαι ούτε παπάς να λειτουργήσω, ούτε ψάλτης να ψάλω. Κεριά θ' ανάψω και τις εικόνες θα καταφιλήσω". 
Η ζωή του νησιώτη μπορεί να ήταν περιπετειώδης, ριψοκίνδυνη με τα καράβια, τα ταξίδια και τους άπειρους κινδύνους της θάλασσας, αλλά ήταν θεοφοβούμενος και μπορούσε να λέει το «Ήμαρτον, αλλ' ουκ απέστην από σου, Κύριε». Μου έλεγε ένας σύγχρονος νησιώτης: "Ο πατέρας μου ήτανε πολύ καλός, αλλά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, ήταν πολύ θεοφοβούμενος"(!).
Είχαμε ανθρώπους που διάβαζαν τρία Καθίσματα του Ψαλτηρίου την ημέρα, όπως στα Μοναστήρια, και άλλους να δανείζουν βιβλία μεταξύ τους, όπως οι Βίοι των Αγίων, η Αμαρτωλών Σωτηρία, η Αποστολική Σαγήνη. Και για την Αγία Επιστολή και τον Αγαθάγγελο λόγος να μη γίνεται.
Ο νησιώτης ήταν βιαστής μεγάλος. Αυτό τον βοηθούσε να κρατά αξιοπρέπεια και να μην απλώνει εύκολα το χέρι να λάβει. Είδα ενενηκοντούτη, πριν βγει η αγροτική σύνταξη, να σκάβει το αμπέλι του καθισμένος σε σκαμνί. "Τι κάνεις εκεί, μπάρμπα;" "Προσπαθώ να καλλιεργήσω τον αμπελώνα μου, γιατί δεν έχω άλλον πόρο εκτός από το κρασί". Είδα μοναχό πέρα από τα ενενήντα να βάζει βία στη διακονία του Μοναστηρίου και θαύμασα τον άνθρωπο που έχει βία διηνεκή, κατά τον όσιο Ιωάννη το Σιναΐτη.
Τα ήθη ήταν αυστηρά. Το ξεγλίστρημα δύσκολο, γιατί υπήρχαν φύλακες άγρυπνοι. Η Εκκλησία ανυποχώρητη στα χοντρά λάθη. Ενθυμούμαι, κάποτε κοιμήθηκε(απέθανε) ο πατέρας μιας γυναίκας, που εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη και τα παιδιά της και συζούσε παράνομα. Όταν πήγαμε με τον παπά να σηκώσουμε το νεκρό, ο παπάς ζήτησε να βγει έξω από το σπίτι η μοιχαλίδα, για να εισέλθει ο Σταυρός, τον οποίο κρατούσα και εξήλθε χωρίς άλλη κουβέντα. Της επέτρεψε ν' ακολουθήσει την εκφορά από μακριά κι όχι κοντά στο φέρετρο, όπως συνηθιζόταν, και της απαγόρεψε να εισέλθει στο ναό την ώρα της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Στα εννιάμερα έφερε να διαβαστούνε κόλλυβα του πατέρα της. Ήταν ώρα Εσπερινού, παραμονή Θεοφανίων, και δεν έμπαινε στην Εκκλησία παρά το δριμύ ψύχος. Όταν τέλειωσε, βγήκα έξω και της λέγω: "Δεν κρυώνεις να μπεις μέσα;" "Δεν κάνει, παιδί μου, πάρε τα κόλλυβα και δώσ' τα στον παπά να τα διαβάσει". Αχ, αυτή ή ελαστικότητα της Εκκλησίας σήμερα, καθόλου δεν βοηθά τον κόσμο.
Διαζύγια ένα-δύο άκουσα στα παιδικά μου χρόνια. Τώρα οι περισσότεροι γάμοι δε χρονίζουν. Υπήρχαν οικογένειες που ήταν Εκκλησιές, πιο αυστηρές από τα Μοναστήρια. Κατ' αρχήν σέβονταν τον εαυτό τους. Κανείς δεν περιφερόταν ημίγυμνος, δεν προκαλούσε ο ένας τον άλλον. Δεν επιτρέπεται να κοιμόμαστε ξέσκεποι, γιατί διώχνουμε το φύλακα άγγελο, έλεγε ή μάννα.
Τραγούδια δεν ακούγονταν. Κι αν κάποια κόρη τραγουδούσε την αγάπη της, το έκανε σεμνά κι όχι με ξετσιπωσιά. Άκουσα κόρη να τραγουδά τον εραστή της, την ώρα που σαλπάριζε το καράβι, και νόμιζα πως ψάλλει χερουβικό. Ήταν μια προσευχή και μια ευχή να γυρίσει με της Παναγιάς την προστασία.
Τα μεσημέρια, που νανούριζαν τα μωρά, ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα, συνήθως το καλοκαίρια, τα τραγούδια της κούνιας, που ήταν σαν τροπάρια Αγίων.
Ήταν σαν αγγελικός χορός, γιατί ή μάνα ή η μάμμη τραγουδούσε το μικρό της με όλον το πόθο της ψυχής της. Δεν έλειπαν από τα τραγούδια τα ονόματα της Παναγίας και του Χριστού μας.
Έκαναν οικογενειακά γλέντια τις καλές ήμερες, αλλά χωρίς να χάνουν την ιδιότητα του ανθρώπου και του ορθοδόξου χριστιανού. Σήμερα τα παιδιά κοιμούνται και παίζουνε με τα μπουζούκια. Καμιά μάνα δεν τραγουδά αιγαιοπελαγίτικους σκοπούς. Κι αν τραγουδήσει, θα πει της εποχής τα άνοστα κι έξαλλα τραγούδια. Για αυτό καλά θα κάνει να σιωπά.
Οι νηστείες τηρούνταν απ' όλους. Εξαίρεση αποτελούσαν αυτοί που δε νήστευαν. Τώρα σπανίζουν αυτοί που νηστεύουν. Και το τριήμερο της Μ. Τεσσαρακοστής ήταν γνωστό στους ευλαβείς νησιώτες. Έπαιρναν ψωμί για τη δουλειά και το γύριζαν άθικτο. "Τι το θες, χριστιανέ μου, του έλεγε ή γυναίκα, και το παίρνεις;" "Για το λογισμό, απαντούσε ο σύζυγος". Όλη η Μ. Τεσσαρακοστή περνούσε με αλαδία. Για την Κυριακή έβαζαν από το Σάββατο το βράδυ ρεβίθια στο φούρνο, για να έχουν ξεγνοιασιά από το φαγητό την Κυριακή στην Εκκλησία".

*Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: